Γιατί γράφετε;

Pasolini

«Ικανός μόνο γι’ αυτό», Samuel Beckett.

Γράφω για να μη με πνίξει το αγριεμένο ποτάμι που φουσκώνει μέσα μου. Γράφω για να δω, επιτέλους, μπρος στα μάτια μου από τι υλικό είμαι φτιαγμένος. Γράφω για να δώσω μορφή και υπόσταση σε όλες τις φωνές που μιλάνε μέσα μου. ~ Γράφω για να μην έχει το απάνω χέρι η πραγματικότητα. Γράφω για να δώσω στον κόσμο τη μορφή των ονείρων μου. Γράφω για να ξορκίσω τους εφιάλτες που με κρατάνε τις νύχτες ξάγρυπνο. ~ Γράφω γιατί δεν μπορώ να ξυπνάω νωρίς κάθε πρωί και να πηγαίνω στην ώρα μου για δουλειά. Γράφω γιατί μ’ αρέσει να δουλεύω φορώντας τις πιτζάμες μου ή να μένω όλη τη μέρα γυμνός φωνάζοντας στίχους στον φωταγωγό. Γράφω γιατί ερωτεύτηκα τον ήχο μιας γραφομηχανής, που μου χαρίσανε όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. ~ Γράφω για την αθανασία. Για να κερδίσω εγώ τη μάχη με τον χρόνο, κι όχι εκείνος. Γράφω για να μην έχει την τελευταία λέξη ο θάνατος. Γράφω για ν’ αδειάσω την ψυχή μου, να ‘ρθεί ο Χάρος και να μη βρει παρά ένα σακί γεμάτο κόκαλα να πάρει. ~ Γράφω για να πάρω εκδίκηση από τη ζωή. Για να πάρω εκδίκηση από τον θάνατο. Για να πάρω εκδίκηση από τον Θεό. ~ Γράφω για όλα τα κορίτσια που δεν φίλησα. Για όλα τα στήθη που δεν άγγιξα. Για όλα τα ταξίδια που δεν έκανα. Γράφω για όλους τους δρόμους που δεν περπάτησα, για όλες τις θάλασσες που δεν κολύμπησα, για όλα τα σύννεφα που δεν κοίταξα. ~ Γράφω για ν’ αναγνωριστώ με τους ομοίους μου, για να συναντηθώ με τους αδελφούς μου, για να κοιτάξω στα μάτια τους συναθλητές μου. Γράφω για να κάνω καινούργιους φίλους και για να γνωρίσω αγνώστους. ~ Γράφω για να αισθανθώ, ας είναι για μια στιγμή, τη σκιά της φήμης να χαϊδεύει απαλά το μάγουλό μου. Γράφω για ν’ ακούσω μια μέρα έναν άγνωστο να μου λέει «Μου αρέσουν πολύ τα ποιήματά σας». Γράφω για να με ρωτήσουν σε κάποια εκδήλωση «Είστε ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος;». ~ Γράφω γιατί ο κόσμος ολόκληρος κρέμεται από μια λέξη μου, από μια φράση μου, από μια πρωτότυπη ομοιοκαταληξία. Γράφω γιατί η σωτηρία του κόσμου θα έρθει από τις άκρες των δακτύλων μου. Γράφω γιατί κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό το κερατένιο επάγγελμα. ~ Γράφω για να μη μ’ έχει του χεριού της η μοναξιά. ~ Γράφω για να μ’ ερωτευτεί η γυναίκα που αγαπώ. Γράφω για να μ’ ερωτευτούν όλες οι γυναίκες. Γράφω για να μη σταματήσω να ερωτεύομαι. ~ Γράφω για να γίνω πλούσιος. Για ν’ ακριβοπληρώνουνε τα περιοδικά για μια συνέντευξή μου. Για να μου ζητάνε άρθρα, να μου αναθέτουνε στήλες, να μου παραγγέλνουν κείμενα, και να πληρώνομαι αδρά. ~ Γράφω για να δώσω το σύνθημα της επανάστασης, για να ανάψω το φιτίλι της καταστροφής, για να σπείρω τον σπόρο της δημιουργίας. Γράφω για να μην ξεχαστούν λόγια και πράξεις θαυμαστά ανθρώπων και θεών. ~ Γράφω για να βάλω σε τάξη γύρω μου τα αντικείμενα, τα γεγονότα, τις πράξεις, τα συναισθήματα. Για να λάβει το καθετί τη θέση που του αρμόζει, το νόημα που απαιτεί. ~ Γράφω για να αποτυπώσω την πραγματικότητα τέτοια ακριβώς που είναι. Για να καταγράψω την αλήθεια που βλέπω γύρω μου. Για να σώσω τον κόσμο από τη λήθη και την παρανόηση. Γράφω για να περνάνε ευχάριστα οι ώρες της αναμονής. ~ Γράφω για να εκτεθώ, για να γυμνώσω την καρδιά μου και να τη δείξω όπως είναι. Γράφω για την ηδονή και το ρίσκο, για το ρίγος αυτής της έκθεσης. ~ Γράφω για να πιάνω χώρο, για να κάνω ντόρο, για ν’ ακουστώ πιο δυνατά. ~ Γράφω γιατί όταν ήμουν μικρός και περιπλανιόμουν στο δάσος, με πήρε ο ύπνος κάτω από ένα δέντρο και μια γυναίκα που έβοσκε εκεί τα πρόβατά της ήρθε και ανασηκώνοντας τη μακριά της φούστα κάθισε πάνω στο πρόσωπό μου και άγριο μέλι πλημμύρισε τότε το στόμα μου ώς μες στα σωθικά μου. Γι’ αυτό γράφω. ~ Γράφω για να δώσω φωνή και πρόσωπο στους αόρατους, σ’ όλους εκείνους που η ζωή τούς έχει σπρώξει στο περιθώριο και τους έχει ξεχάσει εκεί. ~ Γράφω γιατί ο Θεός έχει πεθάνει και κάποιος πρέπει να πάρει τη θέση του και ν’ αναλάβει τον ρόλο τού δημιουργού, τον ρόλο τού ηθικού αναμορφωτή, τον ρόλο τού τιμωρού. ~ Γράφω γιατί δεν μπορώ να μιλήσω. ~ Γράφω γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με διαβάζει, ένα αφτί που με ακούει.

dark

Τελικά γιατί γράφετε;

Όταν είσαι έφηβος, που ένας βαθύς αγριεμένος ωκεανός κυλάει μέσα στις φλέβες σου, έρχεται κάποτε η στιγμή που αναπόφευκτα πιάνεις στο χέρι το μολύβι σου, όχι πια για να κρατήσεις βιαστικές σημειώσεις για το μάθημα που παραδίδει ο καθηγητής ούτε για να μουτζουρώσεις αφηρημένα στο ανοιχτό τετράδιο που βρίσκεται μπροστά σου ή για να γράψεις κρυφά σημειώματα στον διπλανό σου εκείνης της χρονιάς, για τίποτε τέτοιο, μα μόνο για να συντάξεις επείγουσες αναφορές για την κατάσταση του πνεύματός σου και για να ρίξεις καινούριους μαχητές στη μάχη που μαίνεται ασταμάτητα στο σώμα σου και στο μυαλό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, στους περισσότερους εφήβους δηλαδή, η λειτουργία αυτή δεν εδραιώνεται ως πάγια τακτική και η εμπόλεμη κατάσταση αντιμετωπίζεται στο εξής με τη χρήση άλλων όπλων, ενδεχομένως και πιο αποτελεσματικών. Κάποιοι όμως επιμένουν στον ίδιο δρόμο και εκλαμβάνουν ως προσωπικό τους πεπρωμένο και μοναδική τους δυνατότητα την, ευχάριστη και συγχρόνως μελαγχολική, μοίρα του Τόνιο Κρέγκερ: «Δόθηκε τελείως στη δύναμη που του φαινόταν σαν η σπουδαιότερη πάνω στη γη, που αισθανόταν προορισμένος να υπηρετήσει και που υποσχόταν τιμές και δόξες, στη δύναμη του πνεύματος και του λόγου».

Είναι η ηλικία όπου η γραφή, το γράψιμο δηλαδή, δεν είναι απλώς μια ευχάριστη απασχόληση για να μη μένουμε άεργοι, μα πραγματικό κέντρο πρώτων βοηθειών. Άμεση δράση το ποίημα, επισημαίνει ο Καρούζος. Όταν ένα κορίτσι αρνείται να χαρίσει ένα χαμόγελο στη μαύρη όραση του μελαγχολικού εφήβου ή ένα φιλί στα χείλη του, όταν η πραγματικότητα δεν στέργει να πάρει τη μορφή που αξιώνει η φαντασία των δεκαεπτά του χρόνων, τότε το γράψιμο έρχεται στ’ αλήθεια σαν χαρμόσυνο λάβδανο, για να μαλακώσει την πληγή. Είναι η ηλικία κατά την οποία ο έφηβος δημιουργός (που καμιά φορά μπορεί και να μην είναι καθόλου νεαρός) δεν είναι δυνατόν ούτε καν να διανοηθεί μια έννοια όπως ο «θάνατος του υποκειμένου» ή ο «θάνατος του συγγραφέα» με άλλον τρόπο παρά μόνο κυριολεκτικά, καθόσον η εκφορά της κατάλληλης λέξης είναι πραγματικό ζήτημα ζωής ή θανάτου, σωτηρίας ή καταστροφής. Είναι η ηλικία όπου τα πάντα, ο κόσμος ολόκληρος κι η ύπαρξη η ατομική του ανθρώπου, φαίνεται να εξαρτώνται από μια λέξη και από την επιτυχή ή όχι επιλογή και τοποθέτησή της μέσα σε μια σελίδα γραπτού κειμένου. Είναι επίσης η (ψυχική) ηλικία, κατά την οποία γράφουμε όχι μόνο για να προφυλάξουμε, εκ των υστέρων βέβαια, και για να σώσουμε τον εαυτό μας, μα και για να σώσουμε τον κόσμο ή, αλλιώς, για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.

«Come l’ uom s’ etterna». Ο Δάντης το έμαθε από τον Βιργίλιο – και το έμαθε ομολογουμένως πολύ καλά. Ο Καζαντζάκης με τη σειρά του παραδέχεται συχνά πως είναι από τον Δάντη που διδάχθηκε το μέγιστο μάθημα που ένας ποιητής μπορεί να διδάξει σε έναν άλλο, πώς ο άνθρωπος –δια της γραφής– γίνεται αθάνατος. Το ίδιο ενδεχομένως θα ομολογούσε και ο Μπόρχες, αν δεν το έχει κάνει κιόλας, ή ο Μπέκετ, αν ήταν πρόθυμος να μιλήσει λίγο περισσότερο για τον εαυτό του. Γιατί η γραφή έχει τη μαγική δύναμη να εκτείνεται πέραν της φυσικής ύπαρξης του ανθρώπου και να προσφέρει διάρκεια αιώνων σε ό,τι ο δημιουργός έχει για πιο πολύτιμο· και είναι τούτη η αντοχή στον χρόνο ακριβώς που για χιλιετίες αναζήτησαν οι ορδές των συγγραφέων που συνωστίζονταν (και διαγκωνίζονταν, κάποιες φορές) μπροστά στην πηγή της αθανασίας προσφέροντας το έργο που –με κόπο και με θυσίες– δημιούργησαν προκειμένου να αξιωθούν μια στάλα από τη δροσιά της. Μάταια οι περισσότεροι…

«Απ’ του κήπου σου τη βρύση / δεν τους δρόσισες ποτές», συνοψίζει πικρά, αλλά αδικαιολόγητα όσο τουλάχιστον αφορά τον ίδιο, ο Νίκος Γκάτσος, ένας από τους πολλούς που τις τελευταίες δεκαετίες αρνήθηκαν να δημιουργήσουν για τους αιώνες και δόξασαν περισσότερο το εφήμερο. Που συχνά εγκατέλειψαν τη γραπτή ποίηση και δημιούργησαν ή αναζήτησαν την ποίηση στα πρόσωπα των ανθρώπων, στις θαυμαστές χειρονομίες που συναντούσαν γύρω τους και στον τρόπο ζωής των ίδιων και των φίλων τους. Και παραδέχονται ότι αυτοί οι τελευταίοι, οι φίλοι κι οι αγαπημένοι τους, είναι οι σημαντικότεροι αποδέχτες των γραπτών τους και το γράψιμο, όποια κι αν είναι η αφετηρία του, είναι κυρίως άλλος ένας τρόπος επικοινωνίας με όσους και με όσα αγαπάμε. Ο Νίκος Καχτίτσης το λέει απερίφραστα: «Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως τα βιβλία μου τα θεωρώ όργανα επικοινωνίας με φίλους και υποψήφιους φίλους», και είναι γι’ αυτό ενδεχομένως που οι περιβόητες επιστολές του προς τους πολλούς φίλους του δεν υπολείπονται καθόλου, σε ποιότητα και ηδύτητα, των βιβλίων του.  «Γράφουμε για να κάνουμε φίλους», λέει κάπου και ο Μπρετόν. Αυτό είναι: γράφουμε για να κάνουμε φίλους.

gypsy1949

Έτσι έγινε δηλαδή μ’ εσάς;

Όταν είσαι δεκαεπτά χρονών κι έχουν περάσει λίγοι μόλις μήνες από κείνη τη σημαδιακή μέρα που σε ώρες ανίας και μελαγχολίας έπιασες ασυναίσθητα και κατέγραψες πρώτη φορά λίγους στίχους οργισμένης εναντίωσης («περνάν τα χρόνια και οργίζομαι / περνάν τα χρόνια και σ’ τ’ ορκίζομαι / θα είμαι πάντοτε εναντίον»), όταν ύστερα ακολουθούν μέρες και νύχτες γεμάτες αμφιβολίες και δισταγμούς, θριάμβους και αποτυχίες, ξενύχτια και πυρετικές εγγραφές, σβησίματα και διορθώματα, ικανοποίηση και απελπισία, όταν σπανίως περνάει μια μέρα δίχως να ανοίξεις το τετράδιο με τα ποιήματα για να προσθέσεις λίγους στίχους ακόμη, δεν είναι τότε καθόλου παράξενο να πιστέψεις πως το παν εξαρτάται από αυτό, δεν είναι καθόλου παράξενο να νομίσεις πως, αν όχι ο κόσμος ολόκληρος, σίγουρα πάντως η ύπαρξή σου κρέμεται από έναν στίχο ή από μια μόνη λέξη.

Ήταν ακριβώς η περίπτωσή μου στις αρχές εκείνης της χρονιάς, μα (βοηθούσης και της Patti Smith που εκείνη την εποχή άκουσα πρώτη φορά τα τραγούδια της) είχα ήδη αρχίσει να υποψιάζομαι πως τα πράγματα δεν είναι έτσι ή δεν είναι μόνον έτσι και κάτι παραπάνω ζητούσα από την ποίηση, κάτι παραπάνω ήθελα από τον ποιητή. Δεν μου ήταν αρκετό (πώς είναι δυνατόν άλλωστε, όταν είσαι δεκαεπτά χρονών;) να έχω για υλικό μου μόνο τις λέξεις· ζητούσα τον κόσμο ολόκληρο, δίπλα μου και εναντίον μου, να τον χειριστώ όπως θέλω, να τον φέρω στα μέτρα των ονείρων μου. Ο ποιητής που περιορίζεται στην γραπτή ποίηση δεν ήταν αυτό που ζητούσα.

Το υποψιαζόμουνα βέβαια, μα χρειάστηκε τον Ιανουάριο του 1988 ν’ αγοράσω τα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη για να βρω στη σελίδα 287 μιαν άλλη αντίληψη για την ποίηση, πιο κοντινή σε αυτό που δεν ήξερα ακόμη ότι ζητούσα. Την αντίληψη που λέει ότι ποιητής είναι αυτός που ζει πιο έντονα, που δεν παραιτείται από τίποτα, που δεν εγκαταλείπει τη χαρά, τις γυναίκες, τη ζωή, είναι ακριβώς εκείνος που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα: «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε / Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα / Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους / Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου / Και στη σκόνη του καιρού / Σημαίνει πως φοβούμαστε / Και η ζωή μάς έγινε ξένη / Ο θάνατος βραχνάς».

Δηλαδή γράφουμε γιατί είμαστε συγγραφείς, ακόμα κι αν αυτό δεν μας είναι αρκετό.

[πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό (δε)κατα]

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 6a00d83451afa369e2014e87f8ba88970d-400wi

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s