Κική Δημουλά: Μεσίστια η λιακάδα πατρίς

dimoulaak

Κική Δημουλά, Δημόσιος καιρός [ποιήματα], εκδ. Ίκαρος

Ο οιονεί θεσμικός ρόλος που αναγνωρίζεται στην Κική Δημουλά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, εν μέρει χωρίς τη θέλησή της και εν μέρει για δικές της πράξεις και παραλείψεις, έχει κάνει την αξιολόγηση, ακόμα και την απλή ανάγνωση, του ποιητικού της έργου δυσχερή υπόθεση. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συνυπολογίσει μαζί με τα ποιήματα και τη δημόσια παρουσία της ίδιας της ποιήτριας, καθώς και τις κρίσεις που ευρέως διατυπώνονται γι’ αυτήν την παρουσία. Έτσι τελικά η Δημουλά κρίνεται, θετικά ή αρνητικά, ακόμα και από τους κοινούς αναγνώστες, κυρίως ως δημόσιο πρόσωπο και ως επικοινωνιακό φαινόμενο παρά ως συγγραφέας: ο καθένας έχει μια εκ των προτέρων έτοιμη άποψη, διαμορφωμένη συνήθως από κάποιο δημοσιογραφικό κείμενο ή από κάποια συνέντευξη της ίδιας της ποιήτριας, και με βάση αυτή διαβάζει τα ποιήματά της. Θα προσπαθήσω, όσο είναι δυνατόν, να αποφύγω τον πειρασμό αυτής της ευκολίας.

Ο τίτλος της δέκατης τέταρτης ποιητικής συλλογής της Κικής Δημουλά, «Δημόσιος καιρός», καθώς και το mottoτου Γιώργου Σεφέρη που προηγείται των ποιημάτων, «Τραυματισμένο κορμί, τραυματισμένος ο τόπος / τραυματισμένος ο καιρός», δημιουργούν στον αναγνώστη την εντύπωση ότι έχει μπροστά του ποιήματα στα οποία κεντρική θέση επέχει ο κοινωνικός και πολιτικός χώρος και η ιστορική στιγμή που διανύουμε. «Τα εύρετρα», εξάλλου, το προηγούμενο βιβλίο της Δημουλά, είχαν κυκλοφορήσει το 2010, οπότε εύλογο είναι το συμπέρασμα πως τα τωρινά ποιήματα του «Δημόσιου καιρού» είναι, χρονικά, άμεσα παράγωγα της κρίσης. Εύλογο μεν το συμπέρασμα αλλά όχι απολύτως ορθό.

Ήδη από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό ότι η ποιήτρια δεν ξεφεύγει και εδώ εμφανώς από τον ποιητικό δρόμο που εξαρχής χάραξε και απαρέγκλιτα έκτοτε ακολουθεί: «Σκυμμένη πάνω στην παλάμη μου / ακόμα μελετώ με πάθος τις γραμμές / αυτές τις ράγες απ’ όπου περνά ο καιρός / διατρέχοντας το πεπρωμένο μας». Μια ποίηση του ιδιωτικού βλέμματος και της υπαρξιακής διερώτησης, η οποία όμως εξομολογούμενη τα προσωπικά πάθη και τις προσωπικές διαψεύσεις ανοίγεται στο πανανθρώπινο και στο συλλογικό. Η ματαιότητα, το πέρασμα του χρόνου, η φθορά, η μνήμη και η λήθη, η απώλεια, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι εκείνες που σε κάποιο απώτατο παρελθόν πραγματοποιήθηκαν είναι τα θέματα που σταθερά απασχολούν την Κική Δημουλά. Κι ακόμα, με λυτρωτική ειρωνεία, ο δικός μας θάνατος, η μοναδική βεβαιότητα: «Τι κούραση Θεέ μου, δεν αντέχω / να ποτίσω και το χώμα τ’ ουρανού. / Είμαι πτώμα».

Η κοινωνική διάσταση ωστόσο, με τη μορφή συχνότερα της κοινωνικής αλληλεγγύης, δεν έλειψε σχεδόν ποτέ από τα ποιήματα της Δημουλά, αν και μόνο κατ’ εξαίρεση δόθηκε από την ποιήτρια κεντρική θέση σε αυτήν – όπως για παράδειγμα στο εμβληματικό ποίημά της «Σημείο αναγνωρίσεως, Άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια». Η ένταση όμως της τωρινής πολυδιάστατης κρίσης που διανύει η Ελλάδα την οδηγεί (ή ίσως την υποχρεώνει) να απολογηθεί για την πολιτεία της και να εξηγήσει την ποιητική της ηθική στον αόρατο και στους ορατούς κριτές της: «Με ψέγεις πως δεν / φιλοξενώ τους έκθετους. / Λάθος κάνεις. Όχι μόνο / τους έκθετους φιλοξενώ / μα και / τους εκτεθειμένους / σε κάθε σφοδρό απροφύλακτο. // Υπολόγισε τώρα και τους νεκρούς. / Εδώ τους αρέσει να ζουν ξέρεις / τι χώρο ζωτικό καταλαμβάνουν. / Μη με αδικείς φιλοξενώ τους πάντες / τα πάντα μας / μέσα σ’ αυτά που γράφω. / Άνοιξε τη δική μας αγία γραφή / όλους εκεί μέσα θα μας βρεις». Κι αλλού θα μιλήσει, με τον τρόπο της, άλλοτε ειρωνικό και άλλοτε αυτοσαρκαστικό, συχνότατα μεταφορικό και σπανιότερα κυριολεκτικό, για την κρίση, για την ανέχεια, για τη μετανάστευση: «Τα περιστέρια μεταναστεύουν / – πού ψίχουλα πια εδώ;».

Ανάμεσα στους πάντες και στα πάντα που θα συναντήσει ο αναγνώστης στην αγία γραφή της Δημουλά περιλαμβάνονται, όπως είναι αναμενόμενο, οι νεκροί της, ο πατέρας, η μητέρα, ο σύντροφος, όπως εμφανίζονται στη μνήμη της (κι όπως η λήθη τούς έχει πια μεταμορφώσει, γιατί πάντα «μέσα στο θυμάμαι / βολεύεται σε μια γωνιά του / ήσυχη σκοτεινή / και το ξεχνώ»), στα όνειρα και στις φωτογραφίες τους. Για τις φωτογραφίες μάλιστα, τις δικές τους αλλά και τις δικές της, η ποιήτρια εκδηλώνει διαφορετικές και αντιφατικές διαθέσεις: κάποτε τις φιλάει (απόδειξη ότι δεν είναι άψυχες), κάποτε τις ακρωτηριάζει, για να εκδικηθεί τη διάρκειά τους, και τάσσεται υπέρ της ευθανασίας τους, γιατί δεν ανέχεται να ζει περισσότερο από μας μια φωτογραφία. Προνομιακός συνομιλητής της Κικής Δημουλά στον «Δημόσιο καιρό» είναι ο Θεός, με ευδιάκριτη ειρωνεία που άλλοτε στρέφεται εναντίον του και άλλοτε εναντίον της ίδιας που όσο τον υποτιμά τόσο τον έχει ανάγκη: «Λέγεται / ότι και το θείον έμφυτο είναι. // Απόδειξη / όσο κι αν σε ταρακουνώ / δεν ξεριζώνεσαι με τίποτα Θεέ μου / από το χωματένιο είναι μου». Και πάνω απ’ όλα ο αναγνώστης βρίσκει κι εδώ το μεγάλο κατόρθωμα της Δημουλά, τη μεταμόρφωση του ευτελούς και του καθημερινού, του συνηθισμένου και του περιφρονημένου σε υψηλή ποίηση. Έτσι, φερ’ ειπείν, ένας βηματοδότης καρδιάς γίνεται η αφορμή για ένα από τα πιο ευρηματικά και συγκλονιστικά ποιήματα που έχουμε διαβάσει τα τελευταία χρόνια.

[Πρώτη δημοσίευση στο Ανοιχτό βιβλίο της Εφημερίδας των συντακτών, 19 Ιουλίου 2014]

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

thumbnail

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s