Βάσια Τζανακάρη, Γεννιέται ο κόσμος, εκδ. Καστανιώτη
Σε μια ωραία συνάντηση ποιητών που είχε οργανωθεί στο Κιάτο, πριν από δύο χρόνια, η φίλη ποιήτρια Λένα Καλλέργη, από τις θέσεις για το κοινό σε εκείνη την περίσταση, απηύθυνε στους ομιλητές την πρωτότυπη ερώτηση, τι είδους βιβλίο, διαφορετικό από αυτά που γράφουν, θα ήθελαν να γράψουν αν είχαν τη δυνατότητα να το κάνουν. Και, προκειμένου να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοούσε, απάντησε πρώτη λέγοντας ότι θα ήθελε να γράψει ένα βιβλίο που να αφηγείται την ιστορία ενός ευτυχισμένου έρωτα ή, ίσως, τις ευτυχισμένες στιγμές ενός έρωτα, και τίποτε άλλο.
Και όντως, εδώ που τα λέμε, ποια μεγαλύτερη φιλοδοξία θα μπορούσε να έχει ένας δημιουργός απ’ το να υμνήσει τον έρωτα στην ωραιότερη στιγμή του· αφού το μεγαλύτερο δυστύχημα στην ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι ίσως ο θάνατος ή η ανέχεια, η ύπαρξη του κράτους ή οι αρρώστιες και το πέρασμα του χρόνου, αλλά το τέλος του έρωτα: το ότι, ύστερα από λίγο ή περισσότερο καιρό, κάθε έρωτας αναπόφευκτα μεταλλάσσεται σε αγάπη, στην καλύτερη περίπτωση, ή σε μίσος, σε αδιαφορία ή σε χαίνουσα πληγή, κι έτσι παίρνει τέλος η στιγμή αυτή της ζωής κάθε ανθρώπου όπου η πραγματικότητα βιώνεται ως καθημερινό θαύμα και ο κόσμος παρουσιάζεται στην όραση μαγικά μεταμορφωμένος.
Αυτή τη μοναδική (αλλά ευτυχώς όχι ανεπανάληπτη) στιγμή στην ανθρώπινη ζωή επιχειρεί να περιγράψει η Βάσια Τζανακάρη στο αφήγημά της Γεννιέται ο κόσμος. Σε σαράντα έξι, αν τα μέτρησα σωστά, σύντομα στιγμιότυπα -εικόνες, περιστατικά, σκέψεις, λίστες, περιγραφές, διαλόγους, όνειρα, ιστορίες, αλληγορίες- αφηγείται τον πρώτο χρόνο ενός έρωτα και μόνο αυτόν· και καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη, για όσο τουλάχιστον κρατάει η ηδονική αυτή ανάγνωση, να δει τον κόσμο με το ίδιο μεταμορφωτικό βλέμμα των ερωτευμένων.
Έχω ήδη αναφέρει τις δύο βασικές έννοιες που διαρκώς επανέρχονται στην αφήγηση της Τζανακάρη, ή, για να το πω διαφορετικά, τις δύο βασικές δυνάμεις που χαρακτηρίζουν τον έρωτα: το θαύμα και τη μεταμόρφωση. Πριν πω, ωστόσο, δυο λόγια για καθεμία από αυτές, θέλω να ακουστεί μια φράση του Φερνάντο Πεσσόα, παρόλο που -για να είμαι ειλικρινής- δεν είμαι βέβαιος ότι τη θυμάμαι με απόλυτη ακρίβεια, και κατόπιν να κάνω μια παρατήρηση για τον τόπο και τον χρόνο της αφήγησης.
«Όλα τα ποιήματα γράφονται την επόμενη μέρα», λέει ο Πεσσόα, εννοώντας πιθανότατα πως ό,τι με κάποιον τρόπο βιώνεται από τον δημιουργό -η ευτυχία του ή η δυστυχία του- καταγράφεται αφού πια το πάθος της στιγμής έχει καταλαγιάσει. Γι’ αυτό ίσως οι ευτυχισμένοι έρωτες είναι λίγοι στη λογοτεχνία, ενώ έχουμε πλήθος από Άννες Καρένινες. Γιατί λίγοι συγγραφείς καταπιάνονται με το θαύμα τη στιγμή που το βιώνουν, και ακόμα πιο λίγοι καταφέρνουν τότε να το περιγράψουν ικανοποιητικά. Το έκανε ωστόσο, απ’ ό,τι φαίνεται, η Βάσια Τζανακάρη. Και λέω «απ’ ό,τι φαίνεται», γιατί μες στο βιβλίο δεν βρίσκεται κάποια νύξη ότι το αφήγημα αυτό γράφτηκε «την επόμενη μέρα». Κι εδώ σταματάει, εννοείται, η διερεύνηση αυτού του ζητήματος, αφού ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να ξέρει καμία βιογραφική λεπτομέρεια για να απολαύσει την ανάγνωση.
Επόμενη παρατήρηση. Το βιβλίο είναι δομημένο με τη μορφή ημερολογίου, αφού χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, όσες και οι εποχές του χρόνου, και μες στις σελίδες του εμφανίζονται κάθε τόσο χρονολογικές νύξεις: βράδυ, πρωί, χειμώνας, Δεκέμβριος, πρώτη Μαρτίου, άνοιξη, Ιούνιος κ.ά. Παρόλα αυτά η σειρά των στιγμιοτύπων θα μπορούσε εύκολα να μεταβληθεί χωρίς το νήμα της αφήγησης να χαθεί, γιατί στην πραγματικότητα όσο διαρκεί ο έρωτας, από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου δηλαδή, ο χρόνος δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο οι στιγμές των ερωτευμένων, που όλες μαζί φτιάχνουν έναν χρόνο έξω από τον χρόνο των άλλων ανθρώπων. «Απλώνεις το χέρι και μου σφίγγεις το γόνατο, σκεπάζω το χέρι σου με το δικό μου, τα δευτερόλεπτα κυλούν».
Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για τον τόπο, για τα μέρη που κατοικούν και επισκέπτονται οι δυο ερωτευμένοι:. Είτε είναι στη θάλασσα είτε στο βουνό, είτε είναι στο Σούνιο είτε στο Μεταξουργείο, είτε στη Λευκάδα είτε στον Πύργο, τίποτε δεν αλλάζει στην πραγματικότητα, γιατί ο τόπος των ερωτευμένων είναι πάντα ό ίδιος, ένα εκατοστό πιο ψηλά από το έδαφος, ένα εκατοστό πιο ψηλά από κάθε τόπο. Εκτός απ’ όταν είναι στην Κυψέλη, τότε το πράγμα αλλάζει, γιατί η Κυψέλη και σε αυτό το βιβλίο, όπως και στη Γραμμή του ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου, όπως και στα Τοπία της Φιλομήλας του Φαίδωνα Ταμβακάκη, μετατρέπεται στ’ αλήθεια σε κέντρο του κόσμου. Διαβάζω από το βιβλίο: «Είναι η πλατεία Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη, πολυκατοικίες την αγκαλιάζουν, ασπρόμαυρες ταινίες την απαθανατίζουν, το όνομά σου της δίνει συντεταγμένες μέσα μου. Είναι η πλατεία όπου σε ξεχώρισα, η πλατεία όπου αντήχησε η φωνή σου ανάσταση απ’ τα μεγάφωνα, η πλατεία όπου μια νύχτα ξάπλωσα άστεγη να κοιμηθώ σε ένα παγκάκι στο κέντρο του κόσμου».
Θα κλείσω όχι αναλύοντας ούτε καν σχολιάζοντας, αλλά απλώς μεταφέροντας ορισμένες από τις στιγμές του θαύματος και από τις στιγμές της μεταμόρφωσης που συναντάμε στο βιβλίο, γιατί σε αυτές ακριβώς βρίσκεται όχι μόνο η δύναμη του έρωτα αλλά και η ουσία του αφηγήματος, αν εν προκειμένω μπορούμε αυτά τα δύο να τα ξεχωρίσουμε.
Στις πρώτες ήδη σελίδες του βιβλίου συναντάμε τον τίτλο «Ο Δεκέμβρης των θαυμάτων» και ένα πλήθος από θαύματα που συνέβησαν τον τελευταίο μήνα εκείνης της χρονιάς, με αποκορύφωμα, φυσικά, τη συνάντηση των δύο ερωτευμένων. Αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης, λίγες σελίδες παρακάτω, είναι η εμφάνιση, στον ουρανό της Κυψέλης, των άστρων και της σελήνης που ως τότε κρύβονταν πίσω από τα κτίρια και τα πορτοκαλιά φώτα της πόλης, ενώ αργότερα το νερό της θάλασσας, μιας συγκεκριμένης θάλασσας όμως, θα γίνει το αθάνατο νερό που χιλιετίες τώρα γυρεύει η ανθρωπότητα. Κυρίως όμως, υπέρτατο θαύμα αυτό εκείνου του ίδιου Δεκεμβρίου, οι δυο ερωτευμένοι θα φιληθούν και έτσι «γεννιέται ο κόσμος».
Γεννιέται ο κόσμος και αρχίζει η ιστορία των μεταμορφώσεων, που έλεγε ο Μπόρχες, ή οι μεταμορφώσεις του έρωτα, που έλεγε η Μάτση Χατζηλαζάρου, τις οποίες, αν τις ξεδιαλέξουμε και τις βάλουμε στη σειρά, φτιάχνουν ένα ποίημα που είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο σκελετός ολόκληρου του αφηγήματος.
– Είσαι ένα σπίτι στο βουνό.
– Είμαι ένα πλοίο που κάποτε ναυάγησε.
– Είσαι κολόνα που γεμίζει το κενό.
– Το στήθος σου είναι μια πλατεία.
– Το στήθος σου είναι ένα ηχείο.
– Είσαι ο Σεπτέμβρης του τρύγου.
– Είσαι ο Σεπτέμβρης της καλής σχολικής χρονιάς.
– Είσαι ο Σεπτέμβρης της αρχής.
– Είσαι το ψηλότερο κτίριο στην Αθήνα.
– Συνεχίζουμε.
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος










