Παίζοντας με τον Τρίστραμ Σάντι: Η Ιστορία του Βασιλιά της Βοημίας και των Εφτά του Κάστρων

20180526_114118
[Στον Κυριάκο Αθανασιάδη, που μου παράγγειλε το κείμενο
πολλά χρόνια πριν πάει να ζήσει ο ίδιος στο Βασίλειο της Βοημίας]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Αν υπήρχε ένα πράγμα που επιθυμούσε πάνω απ’ όλα, διακαώς και αδιαλείπτως, το μοναδικό για το οποίο ήταν πρόθυμος να χαρίσει στον πρώτο τυχόντα ολόκληρο το βασίλειό του, εκείνος ο κακότυχος βασιλιάς της Βοημίας, αυτό ήταν –

αλλά καλύτερα προηγουμένως να εξηγήσω σε ποιον από τους πολλούς βασιλιάδες της Βοημίας αναφέρομαι, καθώς η χώρα αυτή ευτύχησε κατά τον ρουν της ιστορίας της να κυβερνηθεί από δεκάδες εστεμμένους άρχοντες, άλλους άξιους και άλλους ανάξιους, άλλοτε με σύνεση και άλλοτε με αφροσύνη, άλλοτε εν ειρήνη και άλλοτε εν πολέμω, χωρίς ωστόσο ουδέποτε, ούτε στιγμή, να μειωθεί ή να θαμπώσει, έστω κατ’ ελάχιστον, η λάμψη του ευλογημένου εκείνου στέμματος και του εξίσου αναπαυτικού βασιλικού θρόνου.

Είναι στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του όγδοου –και προτελευταίου– τόμου του μυθιστορήματος του Λώρενς Στερν «Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, κυρίου από σόι» που γίνεται πρώτη φορά λόγος για τον άτυχο εκείνο βασιλιά της Βοημίας: ο δεκανέας Τριμ συγκεκριμένα ξεκινάει να αφηγηθεί στον θείο Τόμπι τη διόλου εύθυμη αλλά ούτε κι ολότελα μελαγχολική ιστορία αυτού του βασιλιά, μα ώς το τέλος του βιβλίου, εκατό σελίδες μετά δηλαδή, δεν κατορθώνει να την ολοκληρώσει – όπως συμβαίνει δυστυχώς, σχεδόν πάντα, με τις ωραιότερες από τις ιστορίες που επιχειρούμε να αφηγηθούμε κι έτσι, κατ’ ανάγκην, αρκούμεθα και όπως-όπως συνεχίζουμε, ως ακροατές αλλά και ως αφηγητές, με τις λιγότερο ωραίες που καταφέρνουμε να αρθρώσουμε ή ν’ ακούσουμε.

Μια-δυο διευκρινίσεις όμως είναι νομίζω απαραίτητες σε αυτό το σημείο, προτού καταπιαστώ στα σοβαρά με την ιστορία του βασιλιά της Βοημίας και των εφτά του κάστρων – γιατί διαφορετικά, αγαπητή μου κυρία, διατρέχουμε, κι εγώ κι εσείς, τον κίνδυνο η ιστορία, που ξεκίνησε να αφηγείται ο δεκανέας Τριμ κι εγώ να συνεχίσω, να μην γίνει κατανοητή και άδικα να σπαταλάμε τον χρόνο μας. Αλλάζω λοιπόν Κεφάλαιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο θείος Τόμπι, το όνομα του οποίου ανέφερα και πρόκειται ξανά και ξανά να αναφέρω στις σελίδες που θα ακολουθήσουν – στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα όνομα που, όπως θα μάθει αμέσως παρακάτω ο αναγνώστης, πολλές φορές τη μέρα, κάθε μέρα, το λέω. Ο θείος Τόμπι λοιπόν –θείος του Τρίστραμ Σάντι συγκεκριμένα– έλαβε μέρος ως λοχαγός στην πολιορκία της Ναμίρ, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε στη βουβωνική χώρα και κρίθηκε ανίκανος προς υπηρεσία· έκτοτε περνάει τις μέρες, και τις νύχτες του κάποιες φορές, στήνοντας και ξεστήνοντας σκηνικά μαχών και πολιορκιών μαζί με τον επίσης τραυματία πολέμου δεκανέα Τριμ, τον υπηρέτη του, και μελετώντας τους σημαντικότερους, αλλά και τους λιγότερο ή και καθόλου σημαντικούς, συγγραφείς έργων σχετικών με τη μηχανική, τη βαλλιστική, την οχυρωματική, την πολιορκητική και την πολεμική εν γένει τέχνη.

Αυτός ο θείος Τόμπι στάθηκε, άθελά του και δίχως να το έχω κι εγώ ο ίδιος εξαρχής συνειδητοποιήσει, η έμπνευση για το όνομα που εδώ και επτά χρόνια φέρει ο σκύλος μου. Να πώς ακριβώς κατέγραψα εκείνο τον ζεστό Σεπτέμβριο τα καθέκαστα:

(ας αλλάξω όμως καλύτερα κεφάλαιο, μια και αλλάζω και τον χρόνο της αφήγησής μου)

20180526_115006

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

«Ονομάζω», έγραφα, «το παρόν κείμενο 9 ΜΕ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009, καθόσον προτίθεμαι να καταγράψω εδώ μέσα γεγονότα και διαβάσματα των εν λόγω ημερών.

Δε μου μένει παρά να κάνω καμιά δεκαριά πράγματα – έχω να ονομάσω κάποιο πράγμα (το έκανα ήδη) – να παραπονεθώ για κάποιο πράγμα – να ελπίσω για κάποιο πράγμα – να υποσχεθώ κάποιο πράγμα και ν’ απειλήσω με κάποιο πράγμα – να υποθέσω κάποιο πράγμα – να δηλώσω κάποιο πράγμα – ν’ αποκρύψω κάποιο πράγμα – να διαλέξω κάποιο πράγμα και να προσευχηθώ για κάποιο πράγμα.

Το πράγμα, λοιπόν, για το οποίο παραπονούμαι είναι ότι έχουν συσσωρευτεί τόσα πολλά βιβλία που διάβασα αυτές τις μέρες και πολύ περισσότερα που σκοπεύω να διαβάσω, ώστε δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω και πού θα καταλήξω:

ξαναδιάβασα, απ’ όσο θυμάμαι, με ανανεωμένο ενθουσιασμό τη «Μελαγχολία του Παρισιού» του Μπωντλαίρ καθώς και κάμποσα ποιήματα του αγαπημένου μου Ιβάν Γκολ, τον «Θνητό ήρωα, Εισαγωγή στην Ιλιάδα» του Seth L. Schein, το «Με την ανάσα της Αθήνας και της Ρώμης» του Τάκη Θεοδωρόπουλου, καθώς και τα ποιήματα του Λουίς Θερνούδα.

Κυρίως όμως ξαναδιάβασα τη «Ζωή και τις Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» και, μαζί, σελίδες από τα «Collectanea» του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Είχα δηλώσει νομίζω παλαιότερα (ή σκεφτόμουν πάντως να το κάνω) πως η φετινή χρονιά θα είναι για μένα χρονιά Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τροποποιώ τώρα τη δήλωσή μου ως εξής: Η φετινή χρονιά είναι για μένα χρονιά Λώρενς Στερν και Ζήσιμου Λορεντζάτου – και αυτό είναι το πράγμα που είχα να δηλώσω.

Γιατί μέχρι τώρα ξεφύλλιζα και διάβαζα στην τύχη αποσπάσματα από το ογκώδες βιβλίο του Λορεντζάτου που το έχω μονίμως στο κομοδίνο μου (όπως όλοι οι αναγνώστες εξάλλου φέτος), από τις προάλλες όμως έβαλα στην πρώτη του σελίδα έναν σελιδοδείκτη και βάλθηκα να το διαβάζω συστηματικά – είμαι τώρα στη σελίδα 103, εκεί που γράφει ο συγγραφέας «Συλλογίζομαι πολλές φορές πως δεν είμαι παρά σκυλί στη δουλειά και κοπρόσκυλο στη σκόλη».

Φράση που μου φέρνει στον νου ένα ακόμη γεγονός των ημερών που οφείλω ν’ αναφέρω: ότι το πρώτο κουτάβι της φιλόζωης σταδιοδρομίας μου πέρασε την πόρτα του γατόφιλου σπιτιού μου και εγκαταστάθηκε μόνιμα εδώ – είναι δυο μηνών, γεννήθηκε κοντά στο Σούνιο, απ’ όπου το πήραμε, και είναι αγνώστου μητρός, ο πατέρας του όμως, τον οποίο γνωρίσαμε, είναι λυκόσκυλο· αυτή τη στιγμή κάθεται δίπλα στα πόδια μου και κοιμάται ακούγοντας μαζί μου Tom Waits.

Είχα αφήσει για κάνα δυο μέρες, θυμήθηκα τώρα, την ανάγνωση του «Τρίστραμ Σάντι» και ξεφύλλιζα το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Πεσσόα. Ήταν οι μέρες που φέραμε στο σπίτι τον σκύλο, σκεφτόμασταν, οπότε, πώς να τον ονομάσουμε, όταν άστραψε στον νου μου το όνομα Τόμπι, το οποίο και υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη απ’ όλα τα μέλη της οικογένειας. Την επομένη κάθισα σε μια πολυθρόνα, με τον Τόμπι κοντά μου, και ξανάπιασα την ανάγνωση του «Τρίστραμ Σάντι» από κει που την είχα αφήσει, στη σελίδα 216:

«Τι υπέροχη συγκυρία πήγε εδώ χαμένη! – Ο πατέρας μου στην καλύτερη αναλυτική του διάθεση, – πρόθυμος να διαλευκάνει ένα μεταφυσικό σημείο μες στην καρδιά των περιοχών όπου σύννεφα και πυκνό σκοτάδι θα το τύλιγαν σύντομα· – ο θείος μου Τόμπι στην καταλληλότερη διάθεση για να το δεχτεί…» – μόλις εκείνη η στιγμή συνειδητοποίησα την πηγή του ονόματος που άστραψε, καθώς είπα, στον νου μου κατά τη βάφτιση του κουταβιού μας: ήταν ο θείος Τόμπι, ο πιο συμπαθής από τους χαρακτήρες του βιβλίου που μέρες τώρα μου πρόσφερε τη μεγαλύτερη αναγνωστική απόλαυση που έχω γνωρίσει στη ζωή μου (δήλωση που ελπίζω να μην αδικεί άλλα παλαιότερα αναγνώσματά μου –

αυτό είναι το πράγμα που ελπίζω: να μην αδικώ τα βιβλία του Ρέιμοντ Τσάντλερ ή άλλων αγαπημένων μου συγγραφέων, των οποίων την ανάγνωση έχω συχνά-πυκνά απολαύσει. Η διαφορά όμως βρίσκεται, νομίζω, στο γεγονός ότι στων άλλων συγγραφέων τα βιβλία που με ηδονή διαβάζω, στου Τσάντλερ, στου Μπουκόφσκι, στου Μονταλμπάν, στου Εγγονόπουλου, στου Βόνεγκατ, στου Μαρκ Τουέιν, υπάρχει πάντα η βαριά σκιά της Ανησυχίας, ενώ «Η Ζωή και οι Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» είναι ένα βιβλίο που παίρνει τόσο σοβαρά το χιούμορ και εξασκεί τόσο ευφυώς την τέχνη της παρέκβασης, ώστε έχει ήδη καταστεί μέτρο για κάθε άλλο κείμενο που διαβάζω ή γράφω).

20180526_115519

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Μα νιώθω να έχω ήδη ξεφύγει από τις δεσμεύσεις μου, σαν τον Λώρενς Στερν περίπου που στη σελίδα 217 του βιβλίου του γράφει: «Όλοι μου οι ήρωες μού έχουν ξεφύγει· – είναι η πρώτη φορά που έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, – και θα τον χρησιμοποιήσω για να γράψω τον Πρόλογό μου», τον οποίο και διαβάζουμε σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο. Ενώ στη σελίδα 380 δηλώνει πως «είναι ουσιαστικά απ’ αυτό το σημείο που ξεκινά η ιστορία της ΖΩΗΣ και των ΑΠΟΨΕΩΝ μου». Μια ιστορία που, ας το αναφέρω κι αυτό, αρχίζει τη στιγμή της σύλληψης του πρωταγωνιστή της και μετά από 700 σελίδες αλλεπάλληλων και συναρπαστικών παρεκβάσεων περί παντός επιστητού βρισκόμαστε πέντε χρόνια πριν από τη γέννησή του.

Είναι στο πλαίσιο μιας τέτοιας παρέκβασης του συγγραφέα που ξεκινάει ο δεκανέας Τριμ να αφηγείται στον θείο Τόμπι –σ’ ένα διάλειμμα από τις οχυρωματικές τους ασχολίες– την ιστορία του βασιλιά της Βοημίας, ως εξής:

«Υπήρχε κάποιος βασιλιάς της Βοημίας, αλλ’ επί βασιλείας τίνος, πέραν της δικής του, δε μπορώ να πληροφορήσω την εντιμότητά σας –». Μπορώ όμως εγώ, σπεύδω να προσθέσω, αν και επί της βασιλείας τίνος εβασίλευσε αυτός ο βασιλιάς δεν είναι το σημαντικότερο στοιχείο που απαιτεί η ιστορία του δεκανέα για να γίνει εις βάθος κατανοητή και να καταστεί επωφελής και απολαυστική για σένα, αγαπητέ μου αναγνώστη, και για σένα κυρίως, αγαπητή μου αναγνώστρια.

Να όμως κάτι που αξίζει να το σκεφτούμε μαζί για δυο-τρία λεπτά: τι είναι αυτό που αναζητούμε σε μια ιστορία, για να ομολογήσουμε ότι αξίζει τον κόπο και τον χρόνο που θα σπαταλήσουμε για να την αφηγηθούμε, οι αφηγητές, και να την ακούσουμε, οι ακροατές; Το είπα κιόλας, η ωφέλεια και η απόλαυση, αλλά κρίνω σκόπιμο να το εξηγήσω λίγο περισσότερο – εξάλλου ζήτησα δυο-τρία λεπτά της ώρας και δεν έχει περάσει ούτε ένα ακόμα.

Ωφελείται ο αναγνώστης από την ανάγνωση μιας ιστορίας όταν μετά την ολοκλήρωσή της αισθάνεται σαν να καθάρισε η όρασή του, σαν να ξεθόλωσε το βλέμμα του, σαν να σήκωσε κάποιος ένα μαγνάδι που υπήρχε μπροστά στα μάτια του και μπόρεσε να δει τον κόσμο διαφορετικά απ’ ό,τι τον έβλεπε ως τότε, δηλαδή πιο καθαρά. Ή σαν να του έδειξε ο αφηγητής μια πτυχή της πραγματικότητας που δεν γνώριζε ως εκείνη τη στιγμή ότι υπήρχε ή σαν να του αποκάλυψε μιαν άλλη πραγματικότητα, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσε ολοσχερώς.

Αυτό αποτελεί από μόνο του μιαν απόλαυση, την απόλαυση που αισθάνεται ο μύωπας μόλις φορέσει τα σωστά γυαλιά στα μάτια του ή, ακόμα, ο τυφλός που αναβλέπει ή ο περιηγητής που στρίβει σε μια γωνία και αντικρίζει έναν κόσμο που δεν αναφερόταν στον ταξιδιωτικό του οδηγό ή ο εραστής που ανασηκώνει το ***** και ανακαλύπτει από κάτω *******.

Μα υπάρχει και η απόλαυση της ανάγνωσης που δεν σχετίζεται με καμία τέτοια ωφέλεια: σ’ έναν κόσμο που τον κυβερνάει η ανάγκη και η φορολογία εισοδήματος, και είναι γεμάτος με βάσανα και υποχρεώσεις, με ψέματα και με τύψεις, με ενοχές και θλίψεις, η λογοτεχνία –γιατί αυτήν εννοούμε τόσην ώρα που μιλάμε για αφήγηση ιστοριών– αποτελεί την πιο βέβαιη – μα ήδη, νομίζω, ξεπέρασα τα τρία λεπτά που είχα ζητήσει και πρέπει να σταματήσω, για να ξαναπιάσω απερίσπαστος από κει που την άφησα την ιστορία του βασιλιά της Βοημίας και των εφτά του κάστρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Ο αναγνώστης που θα αναρωτιέται για ποιον λόγο αντικατέστησα –παρέλειψα δηλαδή, κατ’ ουσίαν– στο προηγούμενο κεφάλαιο ορισμένες λέξεις του κειμένου μου με αστεράκια, ενώ βρισκόμαστε για τα καλά στον εικοστό πρώτο αιώνα και οι συγγραφείς δεν αντιμετωπίζουν πια, σε γενικές γραμμές, κανέναν κίνδυνο απαγόρευσης της κυκλοφορίας των έργων τους ή της απόσυρσής τους από την αγορά ή της παραπομπής των ίδιων σε δίκη για προσβολή της δημοσίας αιδούς και νομιμότητας, ας πληροφορηθεί ότι εδώ δίπλα μου κάθεται και παίζει ή διαβάζει ο γιος μου ή η κόρη μου ή και οι δύο και κάθε τόσο σηκώνονται και ρίχνουν μια ματιά σε αυτά που γράφω και σβήνω και ξαναγράφω. Αυτό αρκεί νομίζω ως δικαιολογία.

20180526_115441

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Υπήρχε, λοιπόν, κάποιος βασιλιάς της Βοημίας, αλλ’ επί βασιλείας τίνος, πέραν της δικής του, δε μπορώ να πληροφορήσω την εντιμότητά σας.

Αν πάντως υπήρχε ένα πράγμα που επιθυμούσε πάνω απ’ όλα, διακαώς και αδιαλείπτως, το μοναδικό για το οποίο ήταν πρόθυμος να χαρίσει στον πρώτο τυχόντα ολόκληρο το βασίλειό του, εκείνος ο κακότυχος βασιλιάς της Βοημίας – αυτό ήταν ο ύπνος. Και ο έρωτας, δευτερευόντως. Και τα ταξίδια. Και η μοναξιά. Και η μελαγχολία. Και το ζεστό τσάι στην αγορά. Και μια βόλτα με το άλογό του. Και περισσότερο απ’ όλα το να μπορεί να τα κάνει όλα αυτά, δηλαδή να πάψει να βασιλεύει πια στο βασίλειο που του είχε λάχει. «Τι κρίμα», σκεφτόταν και μονολογούσε, «ενώ είμαι καμωμένος για τόσα σπουδαία και όμορφα πράγματα, το μόνο που μου επιτρέπεται να είναι τα επίσημα γεύματα και οι διπλωματικές αποστολές, οι εξωτερικοί πόλεμοι και η βασιλική σύζυγος, τα θρησκευτικά μου καθήκοντα και τα αιτήματα των υπηκόων μου! Και τις νύχτες, πότε οι έγνοιες της εξωτερικής πολιτικής και πότε η έγνοια για τη σωτηρία της ψυχής μου, πότε οι απαιτήσεις του πρωτοκόλλου και πότε η απόγνωση που με κυριεύει να με κρατάνε άγρυπνο και ιδρωμένο στο κρεβάτι, να περιμένω το θαμπό ξημέρωμα χωρίς ελπίδα να με πάρει ο ύπνος –»

Ένδειξη, τολμώ να πω, διακόπτοντας κι εγώ για λίγο την εξιστόρησή μου, της βαθύτατα δημιουργικής και καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του άτυχου και βοημού αυτού βασιλιά, αφού σήμερα πλέον είναι γνωστή σε όλους η ευθεία γραμμή που συνδέει την παθολογική αϋπνία με την ψυχική κατάσταση εκείνη που ονομάζουμε έμπνευση. Καλύτερα όμως, μια και ήμουν κιόλας έτοιμος να το προαναγγείλω, να ξεκινήσω αμέσως το κεφάλαιο της αϋπνίας, στο οποίο θα καταστήσω φανερή τη σχέση αυτή, κάνοντας χρήση ποικίλων παραδειγμάτων και επίκληση στην αυθεντία γνωστών συγγραφέων του εικοστού αιώνα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Ο Φερνάντο Πεσσόα, Πορτογάλος: «Αν θέλαμε να κάνουμε έναν κατάλογο τεράτων, δεν θα χρειαζόταν παρά να φωτογραφήσουμε με λέξεις εκείνα τα πράγματα που η νύχτα φέρνει στις μισοκοιμισμένες ψυχές που δεν κατορθώνουν να κοιμηθούν. Αυτά τα πράγματα έχουν όλη την ασυναρτησία των ονείρων χωρίς την εν αγνοία μας δικαιολογία ότι κοιμόμαστε. Αιωρούνται σαν νυχτερίδες πάνω από την παθητικότητα της ψυχής, ή βρικόλακες που ρουφούν το αίμα της υποταγής μας.»

Ο Εμίλ Σιοράν, Ρουμάνος: «Ήμουνα δεκαεπτά χρονών και πίστευα στη φιλοσοφία. Κάθε τι άσχετο μου φαινόταν αμάρτημα ή σκύβαλο: οι ποιητές, η δράση, ο έρωτας, ο θάνατος, το συγκεκριμένο. Μόνο η αφαίρεση μου φαινόταν ότι σπαρταρούσε. Όταν εντέλει ήρθες, Αϋπνία, να ταράξεις τη σάρκα και την έπαρσή μου, εσύ που μεταβάλλεις την άξεστη νεότητα, που κάνεις αποχρώσεις τα ένστικτα, που διεγείρεις τα όνειρα, εσύ που σε μια μόνο νύχτα χαρίζεις περισσότερη γνώση από τις μέρες που περνούν σε ήρεμη σχόλη, και σε πονεμένα βλέφαρα αποκαλύπτεις ένα συμβάν πιο σημαντικό από τις άγνωστες ασθένειες ή τις συμφορές του χρόνου! Οι αγρύπνιες μπορούν να πάψουν αλλά το φως τους επιβιώνει μέσα σας: δε ρίχνουμε ατιμώρητα το βλέμμα στο σκοτάδι, δε λαβαίνουμε ακίνδυνα το δίδαγμά του· υπάρχουν μάτια που δεν μπορούν πια να μάθουν τίποτα από τον ήλιο και ψυχές άρρωστες από τις νύχτες χωρίς ελπίδα θεραπείας…»

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Αργεντινός: «Αϋπνία: Είναι να φοβάσαι και να μετράς περασμένα μεσάνυχτα τα σκληρά και μοιραία χτυπήματα της καμπάνας, να προσπαθείς με ξόρκια ανώφελα και να αναπνέεις κανονικά, είναι το φορτίο ενός σώματος που αλλάζει απότομα πλευρό, είναι ν’ ανοίγεις τα βλέφαρα, είναι κάτι σαν πυρετός που δεν είναι πραγματική αγρύπνια, είναι να απαγγέλλεις εδάφια που έχεις διαβάσει εδώ και χρόνια, είναι να τα βάζεις με τον εαυτό σου που ξαγρυπνά όταν οι άλλοι κοιμούνται, είναι να θέλεις να βυθιστείς στο όνειρο και να μην το μπορείς, είναι ο τρόμος να ζεις και να συνεχίζεις να υπάρχεις, είναι η ακαθόριστη αυγή.»

Ο Μαρσέλ Προυστ, Γάλλος: «Η σκέψη μου, πασχίζοντας ώρες να εξαρθρωθεί, να τεντωθεί του ύψους, για να πάρει ακριβώς το σχήμα της κάμαρας και να μπορέσει να γεμίσει ώς απάνω το γιγάντιο χωνί της, είχε υποφέρει πολλές σκληρές νύχτες, καθώς βρισκόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, με τα μάτια ψηλά, με το αφτί ανήσυχο, τη μύτη ατίθαση, την καρδιά να χτυπά, ώσπου η συνήθεια ν’ αλλάξει το χρώμα στις κουρτίνες, να κάνει το ρολόι να σωπάσει, να διδάξει τον οίκτο στον λοξό κι αδυσώπητο καθρέφτη, να καλύψει ή και να διώξει ολότελα τη μυρωδιά του βετιβέρ, και να ελαττώσει αισθητά το φαινομενικό ύψος του ταβανιού.»

Κι ο βασιλιάς της Βοημίας, αυτός που θα μπορούσε να είχε μιλήσει για την αϋπνία αιώνες νωρίτερα και να είχε θέσει κάθε λογική και παράλογη ερώτηση, έχοντας και δυο-τρεις απαντήσεις έτοιμες για την καθεμία – τι έκανε αυτός; Αυτός ήταν υποχρεωμένος να κυβερνάει.

«Πότε όμως έγινε αυτό;», θα αναρωτηθεί –και δικαίως– η επιμελής αναγνώστρια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Ήταν το έτος που βρισκόταν πιο πρόχειρο – δηλαδή το σωτήριο έτος χίλια εφτακόσια δώδεκα, όταν ο Δούκας του Όρμοντ έκανε τις διαβολιές του στη Φλάνδρα και ο άτυχος βασιλιάς της Βοημίας δεν είχε κοιμηθεί περισσότερες από εκατόν σαράντα νύχτες ολόκληρη εκείνη τη χρονιά. Κατάρα αλλά και ευλογία ήταν γι’ αυτόν οι νύχτες της ατέλειωτης αϋπνίας: στριφογύριζε στο κρεβάτι του, έσπρωχνε στο πλάι σκεπάσματα και μαξιλάρια, τα πετούσε κάτω, ίδρωνε και συγχρόνως τουρτούριζε, αισθανόταν το μυαλό του να διαστέλλεται και να πιέζει από μέσα το κρανίο του, τα μάτια του έκαιγαν, το στόμα του στέγνωνε, τ’ αφτιά του βούιζαν, τα ρουθούνια του έκλειναν, τα πόδια του υπέφεραν από κράμπες, το στομάχι του δενόταν κόμπος, η μνήμη του έφερνε στην επιφάνεια κάθε στιγμή ταπείνωσης που είχε ζήσει και κάθε ανεκπλήρωτη φιλοδοξία που είχε απωθήσει, το βασιλικό του δαχτυλίδι σφήνωνε στο μικρό του δάχτυλο και δεν έβγαινε, η μέση του πονούσε, η πλάτη του πιανόταν, ο σβέρκος του υπέφερε, τα βλέφαρά του βάραιναν χωρίς να κλείνουν, οι κουρτίνες ανέμιζαν κι αεράκι δεν έφτανε ώς αυτόν, οι τοίχοι γύρω του ζωντάνευαν και ανασαίνανε βαριά και απειλητικά.

Τότε πια σηκωνόταν από το κρεβάτι του – ή μάλλον κατέβαινε απ’ αυτό, γιατί ήταν ογκώδες, με τέσσερις χοντρές κολώνες στις γωνίες του που στηρίζανε τον κεντημένο ουρανό και τις βαριές κουρτίνες, που ποτέ όμως δεν τις έκλεινε, και τέσσερα χοντρά και ψηλά πόδια. Πηδούσε κάτω – και ξυπόλητος έβγαινε απ’ το δωμάτιο. Έκανε ένα θυμωμένο ή κουρασμένο νόημα στον υπηρέτη, που μονίμως αγρυπνούσε ή λαγοκοιμόταν έξω απ’ την πόρτα του, πως δεν τον χρειάζεται και περιπλανιόταν μ’ ένα κερί στο χέρι στους μεγάλους άδειους διαδρόμους, στεκόταν μπρος στα στενά παράθυρα και κοιτούσε πέρα τη γραμμή του ορίζοντα, έμπαινε στις βαρυφορτωμένες αλλά άδειες και σκοτεινές αυτή την ώρα επίσημες αίθουσες του παλατιού, κατέβαινε στην κουζίνα και έπινε ένα ποτήρι νερό ή λίγο κόκκινο κρασί, έτρωγε ένα κομμάτι κρύο παστό χοιρινό· ανέβαινε πάλι πάνω και κατευθυνόταν προς τη βιβλιοθήκη, έσερνε το αργό του βήμα μπρος στα ψηλά ράφια, κοιτούσε τους χρυσούς τίτλους στις ράχες των βιβλίων, τραβούσε ένα απ’ αυτά έξω και διάβαζε δυο αράδες στην τύχη – ονειρευόταν να μπορούσε να ρυθμίσει τη ζωή του με βάση τις τυχαίες φράσεις που έπιανε το μάτι του ή τους αλλόκοτους συνδυασμούς των τίτλων που έκανε το μυαλό του καθώς ψιθύριζε ανάμεσα στα δόντια του τον ένα και τον άλλο. Σταματούσε πολλή ώρα μπρος στους τόμους της «Ανατομίας της μελαγχολίας» του Ρόμπερτ Μπέρτον – όταν κόντευε πια να χαράξει, γύριζε στο βασιλικό δωμάτιο και καμωνόταν τον αναμαλλιασμένο και αγουροξυπνημένο στον υπασπιστή του που του θύμιζε τις υποχρεώσεις της ημέρας.

20180526_115458

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Νιώθω μιαν ανεξέλεγκτη διάθεση ν’ αρχίσω αυτό το Κεφάλαιο πολύ αλλόκοτα, και θα συμμορφωθώ μ’ αυτό μου το καπρίτσιο. – Λοιπόν, ξεκινάω:

Δουλειά δεν είχα τότε, ήτανε και καλοκαίρι, νεογέννητο παιδί είχα, μερικών εβδομάδων μόνο, και μου είχε σφηνωθεί στο μυαλό ένα σχέδιο κι αμέσως μετά ένα ακόμη, όπως γίνεται συνήθως, και, με κίνδυνο κανένα από τα δύο να μην ολοκληρώσω, τα ξεκίνησα και τα δύο ταυτόχρονα.

Το πρώτο ήταν να γράψω ένα βιβλίο για το μακρύ λυρικό-αφηγηματικό ποίημα «Ο Κακός Αέρας» του Δημήτρη Καλοκύρη που διάβαζα εκείνο τον καιρό· ένα βιβλίο, ονειρευόμουν, που να περιέχει τον ίδιο ακριβώς αριθμό σελίδων και τον ίδιο αριθμό λέξεων με το βιβλίο στο οποίο θα αναφέρεται. Ο προσωρινός τίτλος που του είχα δώσει ήταν «Αλύδαινος», μια λέξη που κάπου στη «Σούδα» είχα εντοπίσει και πια ούτε κι εγώ δεν θυμάμαι τη σημασία της – ξεκινούσα όμως την αφήγησή μου με τον καλόγερο Λέοντα που, γερασμένος και σχεδόν κατάκοιτος πια, θυμόταν την παρακοιμωμένη του Μελανθία και το κάθιδρο σώμα της και τελείωνα με τον λόγο του Κακού Αέρα προς τους βουλευτές και τα φανάρια του Άλλου Κόσμου. Στο ενδιάμεσο παρέφραζα στη δική μου γλώσσα ό,τι μεσολαβούσε. Ποτέ δεν τ’ ολοκλήρωσα –

γιατί το άλλο σχέδιο με το οποίο καταπιάστηκα υπήρξε ιδιαίτερα απαιτητικό και δύσκολο κι εργώδες: θέλησα να συντάξω ένα λεξικό που να περιέχει όλα τα φανταστικά τερατόμορφα πλάσματα που είχε πλάσει η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων υπομνηματίζοντας το κάθε λήμμα με πάσης φύσεως πληροφορίες κι εξηγήσεις και εξάγοντας βαρυσήμαντα συμπεράσματα: Άβας, Άγδιστις, Άγριος γίγαντας κι Άγριος κένταυρος, Αελλόπους, Αελλώ, Αιγαίων, Αληκτώ, Αλκυονεύς, Αλφειός, Αλωάδαι, Άμυκος γίγαντας κι Άμυκος κένταυρος, Ανταίος, Άργης, Άργος, Άρπυιες, Αχελώος – κι είμαστε ακόμα στο άλφα. Ποτέ δεν τ’ ολοκλήρωσα.

Ήταν το καλοκαίρι του 1999, ήταν η εποχή που γεννήθηκε ο γιος μου και πρωτοδιάβασα τη «Ζωή και τις απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» και, μέσα εκεί, την Ιστορία του άτυχου βασιλιά της Βοημίας, έτσι που είναι φυσικό τα δύο γεγονότα να είναι στενά συνδεδεμένα στο μυαλό μου και όταν τυχαίνει να θυμηθώ το ένα ή θελήσω ν’ αναφερθώ σ’ αυτό, να μου έρχεται στην άκρη της γλώσσας και το άλλο – κι ύστερα ένα τρίτο κι ένα άλλο στο κατόπι. Κι έτσι κλείνω, αγαπητή μου και πιστή αναγνώστρια, αυτό το κεφάλαιο και προχωράω στο δέκατο που είναι και το τελευταίο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Νομίζω πως πολύ σωστά ονομάζω το παρόν Κεφάλαιο «το τελευταίο», μιας και λίγα πράγματα –ίσως τίποτα– δεν απομένει ακόμα να ειπωθεί. Ας τα δούμε ένα-ένα:

«Υπήρχε κάποιος βασιλιάς της Βοημίας» – το δεχτήκαμε και το εξηγήσαμε επαρκώς. «Ήταν λίγο πριν από τότε που οι γίγαντες είχαν πάψει να γεννιούνται» – το παρακάμψαμε ως (άκομψη, ομολογουμένως, και ασυνήθιστη γι’ αυτόν) προσπάθεια εντυπωσιασμού εκ μέρους του αφηγητή δεκανέα Τριμ. «Ο άτυχος αυτός βασιλιάς της Βοημίας ήταν ο πιο τυχερός άνθρωπος που έζησε ποτέ στον κόσμο» – το διερευνήσαμε επαρκώς αποδίδοντας και την τύχη και την ατυχία του στην αϋπνία, κυρίαρχο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του. «Παρόλο που του άρεσε και χαιρόταν ν’ ασχολείται με τη ναυσιπλοΐα και όλες τις θαλάσσιες υποθέσεις — κατά κακή του τύχη, σ’ ολόκληρο το βασίλειο της Βοημίας δεν υπήρχε ούτε μια πόλη με λιμάνι» – ό,τι ακριβώς λέγαμε εδώ παραπάνω δηλαδή. ΤΕΛΟΣ

Αν υπήρχε – δεν το ‘παμε; – ένα πράγμα που επιθυμούσε πάνω απ’ όλα, διακαώς και αδιαλείπτως, το μοναδικό για το οποίο ήταν πρόθυμος να χαρίσει στον πρώτο τυχόντα ολόκληρο το βασίλειό του, εκείνος ο κακότυχος βασιλιάς της Βοημίας, αυτό ήταν ο ύπνος. Όχι;

 

[πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό (δε)κατα]

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

20180526_114542

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Παίζοντας με τον Τρίστραμ Σάντι: Η Ιστορία του Βασιλιά της Βοημίας και των Εφτά του Κάστρων

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s