Οι δυο ζωές του Ρέιμοντ Κάρβερ

071224_r16910_p323

Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν

ο ένας τον άλλο. Και μετά αισθάνονται πόνο και μοναξιά.

Ανασφάλεια. Την ανάγκη για παρηγοριά.

[Ρέιμοντ Κάρβερ]

Απέκτησες τελικά, έστω κι έτσι,

αυτό που ήθελες από τούτη τη ζωή;

Ναι.

Και τι ήταν αυτό που ήθελες;

Να μπορώ να πω ότι αγαπήθηκα, να αισθάνομαι

πως με αγάπησαν πάνω στη γη.

[Ρέιμοντ Κάρβερ]

Ο Δάντης παραδέχεται σε κάποιο στίχο της Κωμωδίας του ότι το μέγιστο μάθημα που διδάχθηκε από τον Βιργίλιο είναι το πως ο άνθρωπος – δια της ποιήσεως και μόνο – μπορεί να γίνει αθάνατος. Οι αναγνώστες του Ρέιμοντ Κάρβερ, από την άλλη, όσοι τουλάχιστον δεν επιζητούν μόνο την αισθητική απόλαυση στα βιβλία που διαβάζουν, μπορούν να διδαχθούν από το έργο του με ποιον τρόπο ο άνθρωπος μπορεί να αξιωθεί μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του, που σημαίνει, στην πραγματικότητα, ν’ αξιωθεί μια δεύτερη ζωή. Ένα μάθημα το οποίο μάλιστα έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του παρουσιάζονται ανεπανόρθωτα και οδυνηρά εγκλωβισμένοι στη μία και μόνη ζωή τους. Όσο, όμως, και αν επαληθεύεται από την πικρή εμπειρία πως κανένας άνθρωπος (αλίμονο!) δεν ζει περισσότερες από μία φορές, άλλη τόση αλήθεια περιέχεται και στον ισχυρισμό πως μια καθοριστική απόφαση αλλαγής κατά τη διάρκεια αυτής της μίας και μοναδικής ζωής μπορεί να είναι η αφετηρία, και η μόνη ευκαιρία που δίνεται στους θνητούς – σε αυτόν εδώ τον κόσμο, τουλάχιστον – για μια δεύτερη ζωή. Η οποία, μάλιστα, δεν μπορεί παρά να βιωθεί περισσότερο συνειδητά αυτή τη φορά, εφόσον θα εμπεριέχει τη σκληρά αποκτημένη γνώση του παρελθόντος, και γι’ αυτό μπορεί να είναι πληρέστερη σε εμπειρίες και πλουσιότερη σε στιγμές ευτυχίας. Ο βίος και το έργο του αμερικανού διηγηματογράφου και ποιητή Ρέιμοντ Κάρβερ αποτελούν μια από τις ισχυρότερες ενδείξεις που γνωρίζουμε για την ορθότητα του ισχυρισμού.

Γιατί ο Κάρβερ κατόρθωσε αυτό το σπάνιο κατόρθωμα: να ζήσει δύο ζωές μέσα στα πενήντα μόλις χρόνια που του αναλογούσαν πάνω στη γη. Γεννήθηκε στις 25 Μαΐου του 1938 και πέθανε στις 2 Αυγούστου του 1988. Είχα δύο ζωές, θα πει ο ίδιος. Μία ζωή που τελείωσε όταν τελείωσε και η σχέση μου με το πιοτό και μια νέα που άρχισε όταν σταμάτησα το πιοτό και γνώρισα την Τες. Η δεύτερη αυτή ζωή είναι τόσο γεμάτη, τόσο ανταποδοτική, και γι’ αυτό χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη. Έκοψε το ποτό στις 2 Ιουνίου του 1977 και έζησε έντεκα πλούσια χρόνια επιπλέον. Έντεκα χρόνια που τα έζησε με την ευγνωμοσύνη και τη σοφή ένταση με την οποία ζει ο καταδικασμένος σε θάνατο τις δύο μέρες αναβολής της ποινής του που, αίφνης, του χαρίστηκαν. Ζωντανός, νηφάλιος, να δουλεύει, ν’ αγαπάει και / να τον αγαπάει μια καλή γυναίκα, όπως θα γράψει ο ίδιος σε ένα από τα τελευταία ποιήματά του με τον δηλωτικό τίτλο Κέρδος.

Μια εικόνα που διαρκώς επανέρχεται στα ποιήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ αυτής της τόσο γόνιμης γι’ αυτόν περιόδου είναι αυτή του συγγραφέα που ξυπνάει πολύ νωρίς το πρωί, προτού ακόμη να χαράξει η μέρα (λες και δεν θέλει πια, μετά από τόσα αδιέξοδα ξενύχτια, να χάσει ούτε λεπτό από τον επαναλαμβανόμενο θρίαμβο του φωτός) και κάθεται στο γραφείο του για να δουλέψει τα γραψίματά του. Αντί γι’ αυτό, ωστόσο, περνάει την περισσότερη ώρα κοιτάζοντας στο βάθος τα χιονισμένα βουνά, τον ποταμό μπροστά στο σπίτι που ούτε στιγμή δεν είναι ο ίδιος, τα καράβια, τους ανυποψίαστους περαστικούς και τα φύλλα των δέντρων και νιώθει ευγνωμοσύνη που όλα αυτά υπάρχουν μα που, κυρίως, ο ίδιος συνεχίζει να υπάρχει. Άλλες φορές, ή και συγχρόνως, το μυαλό του δεν παύει να επιστρέφει στην προηγούμενη ζωή του και να σκέφτεται στιγμές απόγνωσης που έζησε αλλά και στιγμές ευτυχίας που αξιώθηκε, ανθρώπους που τον πλήγωσαν και ανθρώπους που ο ίδιος απογοήτευσε, τόπους και νύχτες, ποτά και βιβλία, έρωτες και θυμούς, που αποτελούν το παρελθόν εκείνο από το οποίο όσο κι αν έχει πια απομακρυνθεί δεν έχει, ωστόσο, ούτε στιγμή αποξενωθεί και δεν το έχει, σε καμία περίπτωση, απαρνηθεί. Είναι σε αυτό το παρελθόν, εξάλλου, όπως και στις ευτυχισμένες μέρες των τελευταίων ετών της ζωής του, που βρίσκει η ποίηση του Ρέιμοντ Κάρβερ το υλικό της.

 AVT_Raymond-Carver_2674

Ο κόσμος και η ζωή του Ρέιμοντ Κάρβερ

Ανώνυμος είναι ένας επιζών όλων των εποχών που πάντα είναι ο ίδιος

[Ραμόν Γκομέθ ντε λα Σέρνα]

Έμαθα από πρώτο χέρι

τι μπορεί η απόγνωση να κάνει σ’ έναν άνθρωπο.

Να τον κάνει να κλαίει με λυγμούς, να τον κάνει να ρίχνει

γροθιές πάνω στους τοίχους. Να τον βάζει να ονειρεύεται…

[Ρέιμοντ Κάρβερ]

Ο πατέρας του δούλεψε, τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, ως εργάτης σε κάποιο εργοστάσιο ξυλείας· τον υπόλοιπο καιρό ήταν άνεργος και έψαχνε για δουλειά. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, πάντως, έπινε περισσότερο απ’ όσο άντεχε ο οργανισμός του, για να πεθάνει, τελικά, αλκοολικός και με τα πνευμόνια του γεμάτα πριονίδι, σε ηλικία μόλις πενήντα τριών ετών. Η μητέρα του αμερικανού συγγραφέα, πωλήτρια και σερβιτόρα, πέρασε τη ζωή της δίπλα στον άντρα της με τις ποικίλες μορφές βίας και με τη μόνη και αναπόδραστη μορφή απόγνωσης που μια τέτοια συμβίωση συνεπάγεται. Ο Κάρβερ, ωστόσο, δεν φαίνεται να διδάχθηκε τίποτε, στην προσωπική του ζωή, τουλάχιστον, από το παράδειγμα και τη σκληρή μοίρα της οικογένειάς του – όχι πάντως προτού να περάσει πολύς καιρός. Η τέχνη του, ωστόσο, χρωστάει σχεδόν τα πάντα στην κατεστραμμένη ζωή και τις σμπαραλιασμένες ψυχές των γονιών του. Γιατί, ως συγγραφέας, δεν έκανε άλλο από το να αφηγείται, ξανά και ξανά, σε δεκάδες παραλλαγές, τη δική τους ιστορία, καθώς και την ιστορία της ζωής των φίλων και των γειτόνων τους, των συναδέλφων και των συγγενών τους – όλων αυτών των ανώνυμων ανθρώπων, των αμετάκλητα θαμμένων στη σκοτεινή πλευρά του αμερικάνικου ονείρου, και οποιουδήποτε άλλου ονείρου, εδώ που τα λέμε.

Τέτοια ακριβώς ήταν, εξάλλου, η ζωή και του ίδιου του Ρέιμοντ Κάρβερ. Από παιδί γνώρισε, και μάλιστα από πρώτο χέρι, τον πανικό της ανεργίας και της ανέχειας, την καταρράκωση του αδιέξοδου αλκοολισμού και της ανίατης αρρώστιας, την απόγνωση της οικογενειακής βίας και της οικογενειακής αδιαφορίας, το απελπισμένο ουρλιαχτό και την παραιτημένη σιωπή μέσα σ’ ένα σπίτι, στο οποίο κανείς δεν μπορεί να ζήσει κι από το οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Και γι’ αυτό, ίσως, κατόρθωσε να τα αποτυπώσει με τέτοια αριστοτεχνική λιτότητα και με τέτοια βαθιά κατανόηση στα διηγήματα και στα ποιήματά του – παρόλο που γνωρίζουμε πολύ καλά πως το βίωμα δεν υπήρξε ποτέ αρκετό για κανέναν μεγάλο καλλιτέχνη. Γιατί κι αν τα βιώματα, τα χτυπήματα και οι πληγές δηλαδή, του Ρέιμοντ Κάρβερ δεν διέφεραν, εκείνα τα χρόνια, σε τίποτε ουσιαστικά από τις ζωές των δεκάδων καταρρακωμένων και απελπισμένων ανθρώπων που αποτελούσαν το περιβάλλον του, μόνο αυτός, ενδεχομένως, τόλμησε και κατόρθωσε από αυτό το ζοφερό υλικό να δημιουργήσει μια τέτοια τέχνη και να αποδράσει με αυτόν τον τρόπο από την προδιαγεγραμμένη γι’ αυτόν πορεία. Σε πλήρη, μάλιστα, αντίθεση με τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στα διηγήματα και στα ποιήματά του, που είναι στο σύνολό τους άνθρωποι, η παρουσία των οποίων μέσα σε αυτά αποτελεί τη μοναδική νίκη που αξιώθηκαν στη ζωή τους – μια πύρρειο, στην πραγματικότητα, νίκη που, κατά πάσα πιθανότητα, οι ίδιοι ποτέ δεν θα αντιληφθούν. Δεν είσαι οι χαρακτήρες σου, θα δηλώσει το 1978 σε μια συνέντευξή του, μα οι χαρακτήρες σου είναι εσύ.

Όταν, λοιπόν, από τη γέννησή σου και για ολόκληρη την παιδική σου ηλικία στη συνέχεια βρίσκεσαι εγκλωβισμένος και χωρίς ελπίδα διαφυγής σε μια οικογένεια και σε μια ζωή που δεν δημιουργεί παρά βουβό πόνο και βίαια ξεσπάσματα οργής, είναι φυσικό και αναμενόμενο να πιαστείς από την παραμικρή φωτεινή αχτίδα που θα εμφανιστεί· που είναι άλλοτε μια αδιευκρίνιστη ευκαιρία για δουλειά στην άλλη άκρη του κόσμου και άλλοτε ένα ναυτικό φυλλάδιο και ένα πλοίο που ετοιμάζεται να σαλπάρει· καμιά φορά μια παράνομη επιχείρηση ή μια παρέα που ζει στα όρια της νομιμότητας, πιο συχνά, ωστόσο, είναι ένας έρωτας που έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει την πραγματικότητα και να κάνει το μέλλον να φαντάζει σαν ένας υπέροχος κόσμος για να ζήσει κανείς – αυτή η τελευταία είναι και η περίπτωση του Ρέιμοντ Κάρβερ.

Κι έτσι, στα δέκα εννιά του χρόνια θα βρεθεί παντρεμένος με τη φίλη του από το σχολείο Μαίρη-Ανν, σχεδόν τρία χρόνια μικρότερή του, και πατέρας ενός παιδιού, για να ακολουθήσει, την επόμενη κιόλας χρονιά, η γέννηση ενός δεύτερου για να συμπληρωθεί η εικόνα της οικογενειακής ευτυχίας που ονειρεύονταν οι δύο νεαροί αγαπημένοι όταν συναντιόντουσαν στους σκοτεινούς δρόμους της μικρής τους πόλης. Στη διάρκεια των δύσκολων αυτών χρόνων της πρόωρης πατρότητας εξάσκησε ο Κάρβερ ένα σωρό ετερόκλητα επαγγέλματα, προκειμένου να επιζήσει ο ίδιος και να συντηρήσει την οικογένειά του: έκανε τον θυρωρό, τον εργάτη σε πριονιστήριο, όπως ακριβώς και ο πατέρας του, τον μικρό για τα θελήματα σε κάποιο φαρμακείο, τον πωλητή εγκυκλοπαιδειών. Η νεαρή Μαίρη-Ανν, όσο βέβαια της επέτρεπε η φροντίδα των δύο μικρών παιδιών, δούλευε ως σερβιτόρα, πωλήτρια και δασκάλα, συνεισφέροντας τελικά στο οικογενειακό εισόδημα σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι Κάρβερ. Συχνές ήταν, όλον αυτόν τον καιρό, για το βιαστικό ζεύγος και τα παιδιά του οι αλλαγές κατοικίας και πόλης σε αναζήτηση καλύτερης δουλειάς και φθηνότερης ζωής – εις μάτην οι περισσότερες.

Έτσι, η ζωή του Ρέιμοντ Κάρβερ, στα είκοσι-είκοσι δύο του χρόνια, δεν διέφερε, ουσιαστικά, σε τίποτε από τη μίζερη και απεγνωσμένη ζωή που ζούσε με τους γονείς του όλον τον προηγούμενο καιρό και την οποία άφησε, για να δημιουργήσει τη δική του διαφορετική οικογένεια – ακόμη και η όλο και συχνότερη καταφυγή στο αλκοόλ δεν άργησε να γίνει μέρος της καθημερινότητας του Κάρβερ, αν και ο αλκοολισμός ως πλήρης και αποκλειστική απασχόληση δεν θα έρθει προτού να περάσουν επτά-οχτώ χρόνια ακόμη – βρισκόμαστε ακόμη στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Και όμως, υπήρχε μια καθοριστική όσο και αναπάντεχη διαφορά: Ήμουν δεκαοχτώ ή δεκαεννιά χρονών, θα θυμηθεί πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος, βασανιζόμουν από την ανάγκη να “γράψω κάτι” και είχα ήδη ως τότε κάνει κάποιες αδέξιες προσπάθειες να γράψω ποιήματα. Ο νεαρός Κάρβερ, λοιπόν, μπορεί να είχε χίλιους δυο λόγους για να μην πιάσει ποτέ μολύβι στα χέρια του (δεν υπήρχε καν στα διαδοχικά σπίτια που νοίκιαζε με τη γυναίκα του ο παραμικρός χώρος ή η ελάχιστη ησυχία για να συγκεντρωθεί κανείς, πόσο μάλλον ο ελεύθερος χρόνος ή το κουράγιο για να το κάνει), είχε όμως, ήδη από τότε έντονη και πιεστική την εσωτερική ανάγκη να γράψει, δηλαδή να εκφραστεί, αλλά και να επικοινωνήσει – αφού το γράψιμο, ως το τέλος της ζωής του, ήταν για τον Κάρβερ κυρίως τρόπος επικοινωνίας· γράφουμε για να κάνουμε φίλους, κατά την καίρια, ως συνήθως, διατύπωση του Μπρετόν.

Οι συνθήκες, όμως, καθώς είδαμε, ήταν απολύτως αποτρεπτικές, αν όχι απαγορευτικές, για τις συγγραφικές φιλοδοξίες του Κάρβερ. Για να κατορθώσει το ακατόρθωτο, να γίνει δηλαδή συγγραφέας και να έχει μια επιπλέον επιλογή ζωής από τη μοναδική που του προσφερόταν, είχε ανάγκη από σπουδές (δεν ήταν, ας μην το ξεχνάμε, παρά απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης) και από κατανόηση και πολλή υπομονή εκ μέρους της γυναίκας του. Άρχισε, λοιπόν, να παρακολουθεί ποικίλα μαθήματα σε διάφορα κολέγια και πανεπιστήμια της χώρας, καθώς και μαθήματα δημιουργικής γραφής με πρώτο του, κατά ευτυχή συγκυρία, δάσκαλο τον Τζον Γκάρντνερ. Προκειμένου, όμως, να δικαιολογεί, σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό, τις ώρες που έκλεβε από την οικογένεια και τις ανάγκες της, αλλά και για να συνεισφέρει, αν ήταν δυνατόν, και με τα γραψίματά του στο οικογενειακό εισόδημα, στράφηκε στη συγγραφή ποιημάτων και διηγημάτων – η συγγραφή, εξάλλου, ενός μυθιστορήματος απαιτεί χρόνο και συγκέντρωση που για τον Κάρβερ ήταν αδιανόητα εκείνη την εποχή. Έπρεπε να γράψω κάτι, δήλωσε αργότερα ο ίδιος, για το οποίο θα έπαιρνα κάποια χρήματα άμεσα. Δηλαδή, ποιήματα και διηγήματα.

Το πρώτο του διήγημα δημοσιεύτηκε τον χειμώνα του 1960-61. Το πρώτο του ποίημα λίγο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1962 και, την άνοιξη του 1968 πια, ο Κάρβερ πιάνει στα χέρια του το πρώτο του τυπωμένο βιβλίο, την ποιητική συλλογή “Κοντά στο Κλαμάθ”. Εν τω μεταξύ η οικογένεια δεν έχει πάψει να μετακινείται, σε αναζήτηση καλύτερης δουλειάς, από το ένα σπίτι στο άλλο και από τη μία πόλη στην άλλη και ο Κάρβερ δεν έχει πάψει να αλλάζει δουλειές, από φύλακας σε νοσοκομείο και πωλητής κινηματογραφικών προγραμμάτων μέχρι επιμελητής κειμένων, ώσπου να κατασταλάξει, επιτέλους, στη μοναδική βιοποριστική απασχόληση που έμοιαζε να είναι πιο σύμφωνη με την ιδιοσυγκρασία του, αυτή του καθηγητή της λογοτεχνίας σε διάφορα πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών – χωρίς, βέβαια, προοπτικές μονιμοποίησης. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, οι Κάρβερ βρέθηκαν για μερικούς μήνες στο Ισραήλ, όπου ο Ρέιμοντ εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο του Τελαβίβ. Το επίδομα ανεργίας που για έναν ολόκληρο χρόνο λάβαινε, το 1970, καθώς και ένα βραβείο που κέρδισε τότε, του εξασφάλισαν, για πρώτη φορά στη ζωή του, αρκετό χρόνο για να αφοσιωθεί σχετικά απερίσπαστος στο γράψιμο. Ανακάλυψα, θα πει αργότερα, πως αν καθόμουν καθημερινά στο γραφείο μου και συγκεντρωνόμουν, μπορούσα σοβαρά και σε σταθερή βάση να γράφω διηγήματα. Πράγματι, εκείνους τους λίγους μήνες έγραψε ο Κάρβερ τουλάχιστον δέκα από τα καλύτερα διηγήματά του, τα οποία, μαζί με άλλα τόσα, που έγραψε εν τω μεταξύ, θα δημοσιευτούν σε βιβλίο έξι χρόνια αργότερα και θα κερδίσουν το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου.

Το γράψιμο ήταν πια για τον Ρέιμοντ Κάρβερ, και ο ίδιος είχε από νωρίς συνείδηση του γεγονότος, η μοίρα του και η αποστολή του, η λύτρωση και η καταδίκη του, μέχρι τουλάχιστον να αναγνωριστεί η αξία του ως συγγραφέα, να εδραιωθεί η φήμη του ως του κατεξοχήν καταγραφέα μιας, εν πολλοίς, αχαρτογράφητης Αμερικής και να ξεφύγει από τον κόσμο της σκληρής και αμφίβολης επιβίωσης (χωρίς ωστόσο ποτέ να απομακρυνθεί ψυχικά και πνευματικά από αυτόν), για να μπορέσει να αφοσιωθεί χωρίς ενοχές και περισπασμούς στη δημιουργική του εργασία. Η δεκαετία, ωστόσο, του ’60 και σχεδόν ολόκληρη η δεκαετία του ’70 θα είναι εξαιρετικά σκληρή και δύσκολη για τον αμερικανό συγγραφέα και ποιητή. Τα οικονομικά προβλήματα της οικογένειας θα είναι μόνιμα και έντονα (δύο φορές, μάλιστα, θα φτάσουν στο σημείο να κηρύξουν επισήμως πτώχευση αδυνατώντας να αντεπεξέλθουν στα χρέη τους)· τα προβλήματα στη σχέση του ζεύγους δεν θα αργήσουν να έρθουν και να κάνουν τη συμβίωσή τους όλο και ζοφερότερη (θα οδηγηθούν στον χωρισμό πάνω από μία φορά, προτού να χωρίσουν τελειωτικά και να πάρουν διαζύγιο)· κυρίως, όμως, και παράλληλα με αυτά, θα έρθει και ο αλκοολισμός του Κάρβερ που θα είναι απεγνωσμένος, μακροχρόνιος και σαρωτικός, θα τον αποξενώσει πλήρως από τη γυναίκα και τα παιδιά του, θα του απαγορεύσει κάθε βιοποριστική απασχόληση, θα ακυρώσει κάθε δημιουργικό του εγχείρημα και θα τον οδηγήσει, τέσσερις φορές, ετοιμοθάνατο στο νοσοκομείο.

Ως εκ θαύματος, θα γλιτώσει και τις τέσσερις φορές και, ως εκ θαύματος επίσης, στις 2 Ιουνίου του 1977, ο Ρέιμοντ Κάρβερ θα κόψει εντελώς το ποτό και θα αρχίσει να ζει αυτό που ο ίδιος ονομάζει τη δεύτερη ζωή του. Θα ζήσει ακόμα έντεκα εξαιρετικά δημιουργικά και ευτυχισμένα χρόνια και, λίγο πριν το τέλος του, στα πενήντα του χρόνια, θα γράψει γι’ αυτή την περίοδο: «Ζωντανός, νηφάλιος, να δουλεύει, ν’ αγαπάει και / να τον αγαπάει μια καλή γυναίκα. Έντεκα χρόνια / πριν του είχαν πει πως είχε έξι μόνο μήνες ζωής / με τον ρυθμό που πήγαινε. Και πουθενά αλλού δεν πήγαινε / παρά καρφί προς την έξοδο. Έτσι λοιπόν άλλαξε / κατά κάποιον τρόπο δρόμο. Έκοψε το ποτό! Και τα υπόλοιπα; / Ύστερα απ’ αυτό ήταν όλο κέρδος, κάθε ξεχωριστό λεπτό». Κέρδος αναμφισβήτητο τόσο για τον ίδιο τον Κάρβερ όσο και για τους αναγνώστες του, οι οποίοι αυξήθηκαν πολύ και δικαίως από τότε, αφού στη διάρκεια αυτών των έντεκα χρόνων έγραψε και δημοσίευσε πολλά και εξαιρετικά διηγήματα, καθώς και τα περισσότερα από τα ποιήματά του. Ο Κάρβερ έχει πάψει πια να είναι το πιο καλά φυλαγμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας. Αντιθέτως, όλο και συχνότερα η γραφή του γίνεται αντικείμενο μίμησης από πολλούς επίδοξους συγγραφείς διηγημάτων· υπάρχει όμως ένα στοιχείο που σταθερά διαφοροποιεί τον Κάρβερ απ’ όσους γράφουν σαν αυτόν. Ο ίδιος κολακεύεται από την επιτυχία, μα δεν μπορεί παρά να το παρατηρήσει: «Νομίζω πως μερικοί από τους συγγραφείς που γράφουν όπως εγώ δεν έχουν μιαν ανάλογη αίσθηση της απώλειας».

Ακόμα και ο Μπουκόφσκι, ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός με όποιον έκοβε το ποτό (μια απόφαση που ποτέ του και για κανέναν άνθρωπο δεν κατάφερε να κατανοήσει και να δεχτεί), παραδεχόταν ότι “ο Ρέι έκοψε το ποτό, μα δεν είχα πρόβλημα μ’ αυτό, γιατί αυτός τότε άρχισε στ’ αλήθεια να γράφει”. Ο Μπουκόφσκι και ο Κάρβερ εκτιμούσαν ιδιαιτέρως ο ένας το γράψιμο του άλλου· στο τεύχος, μάλιστα, του περιοδικού Targets, όπου το 1962 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ποίημα του Κάρβερ, υπήρχε και ένα ποίημα του Μπουκόφσκι. Οι δυο τους είχαν συναντηθεί μια μοναδική φορά σε μια ανάγνωση στην Καλιφόρνια και τα είχαν πιει παρέα ολόκληρη εκείνη τη νύχτα και το αμέσως επόμενο πρωινό. Είναι τότε που ο Κάρβερ έγραψε το μεγαλύτερο σε έκταση ποίημά του, το εξαιρετικό “Εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη (μια βραδιά με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι)”, το οποίο αποτελεί την πιο πρώιμη και την εναργέστερη, ίσως, αφήγηση των θρυλικών ποιητικών αναγνώσεων του καταραμένου αμερικανού ποιητή και ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του ίδιου του Κάρβερ:

Εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη είπε ο Μπουκόφσκι

κοιτάξτε με είμαι 51 χρονών

κι είμαι ερωτευμένος με τούτην εδώ την πιτσιρίκα

την έχω πατήσει άσχημα αλλά κι αυτή δεν πάει πίσω

οπότε είναι εντάξει φίλε έτσι πρέπει να γίνεται

[…]

Βλέπω κανά δυο δαχτυλογράφους σε τούτο το δωμάτιο μα

Δεν βλέπω κανέναν ποιητή

Δεν εκπλήσσομαι

Πρέπει να έχεις ερωτευτεί για να γράψεις ποίηση

κι εσείς δεν ξέρετε τι σημαίνει να είσαι ερωτευμένος

αυτό είναι το πρόβλημα με σας

Καθαρός και νηφάλιος πια, νιώθοντας, ενδεχομένως, τύψεις αλλά και αισιοδοξία θα κάνει ο Κάρβερ μια ακόμη αποτυχημένη απόπειρα να ξανασμίξει, με τη γυναίκα του, μα πολύ σύντομα θα χωρίσουν, οριστικά αυτή τη φορά, και, λίγο καιρό αργότερα, θα γνωριστεί με την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, με την οποία πολύ γρήγορα θα συνδεθούν, για να ζήσουν μαζί ως το τέλος της σύντομης ζωής του. Θα διδάξουν μαζί στο πανεπιστήμιο, θα ταξιδέψουν και θα ονειρευτούν ένα ακόμη ταξίδι, στη Μόσχα, θα επηρεάσουν ο ένας το γράψιμο του άλλου (ο Κάρβερ θα στραφεί, την τελευταία δεκαετία της ζωής του, όλο και περισσότερο προς την ποίηση, ενώ η Γκάλαχερ θα γράψει το πρώτο βιβλίο της με διηγήματα), θα συνεργαστούν στη συγγραφή και στην επιμέλεια βιβλίων, θα μετακομίσουν σε διάφορες πόλεις και πολιτείες της Αμερικής επιστρέφοντας διαρκώς, και όλο και συχνότερα, στο Πορτ Άντζελες, γενέτειρα της Γκάλαχερ, όπου ο Κάρβερ θα ζήσει επιτέλους εκεί που πάντα ονειρευόταν, πλάι σε λίμνες και σε ποτάμια, σε καταρράχτες και στον μεγάλο ωκεανό (“Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι”, καθώς θα τιτλοφορήσει ένα από τα διηγήματά του) και, λίγο πριν από το τέλος και ενώ η αρρώστια θα έχει ήδη προσβάλει τους πνεύμονες του Κάρβερ, θα προλάβουν να παντρευτούν.

 Raymond-Carver-001

Τα διηγήματα και τα ποιήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ

Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε καλύτερο που θα μπορούσαν να πουν για μένα, παρά ότι υπήρξα συγγραφέας. Εκτός ίσως από ποιητής.

[Ρέιμοντ Κάρβερ]

Πάντοτε προσέβλεπα σε μια φόρμα πιο ανοιχτή

ελεύθερη από τα δεσμά της ποίησης ή της πεζογραφίας

που θα μας άφηνε να κατανοούμε ο ένας τον άλλο χωρίς να εκθέτει

τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη σε υπέρτατες αγωνίες.

[Τσέσλαφ Μίλος]

Συμβαίνει κάποτε, σε συγγραφείς που χρησιμοποιούν εξίσου τον ποιητικό και τον πεζό λόγο, να μη γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι, όταν ξεκινάνε να γράψουν μια φράση, αν θα καταλήξουν στη δημιουργία ενός ακόμη ποιήματος ή ενός διηγήματος. Ο Μπόρχες έχει χρησιμοποιήσει σχεδόν παρόμοια διατύπωση για να περιγράψει την προσωπική του εμπειρία, πολλοί επίσης ποιητές και πεζογράφοι, εντελώς διαφορετικοί κατά τ’ άλλα μεταξύ τους, έχουν δηλώσει τη φιλοδοξία τους για την υπέρβαση του διαχωρισμού πεζού και ποιητικού λόγου – ο Ρέιμοντ Κάρβερ, συνειδητά ή ασυνείδητα, υπήρξε ένας από αυτούς. «Πιστεύω πως μια υποτυπώδης πλοκή είναι πολύ σημαντική. Είτε γράφω κάποιο ποίημα είτε γράφω πεζό προσπαθώ πάντα να πω μια ιστορία. Για πολύ καιρό έγραφα ποιήματα γιατί δεν είχα χρόνο για να γράψω διηγήματα. Το ωραίο με τα ποιήματα είναι πως υπάρχει άμεση ικανοποίηση. Κι αν κάτι πάει στραβά, είναι εκεί μπροστά σου».

Ήδη από την πιο πρώιμη φάση του έργου του ομολογεί πως αντιμετώπιζε τη συγγραφή ενός ποιήματος ή ενός διηγήματος – από ορισμένες τουλάχιστον απόψεις –

με τον ίδιο τρόπο. Υπήρχε, βέβαια, πάντα για τον Κάρβερ, όπως είδαμε, το πρακτικό ζήτημα της αδυναμίας του να βρει χρόνο και χώρο για να συγκεντρωθεί και να δουλέψει τα γραπτά του λόγω των μόνιμων οικονομικών και οικογενειακών υποχρεώσεών του – μια εποχή, μάλιστα, έβγαινε από το σπίτι και κλεινόταν στο αυτοκίνητο για να μπορέσει, για λίγο έστω, να γράψει ήσυχος. Δεν ήταν όμως, σε καμία περίπτωση, μόνο αυτό· μια συγγένεια γραφής συνδέει στενά την ποίηση του Κάρβερ και τον πεζό του λόγο: η απλή γλώσσα, το καθημερινό λεξιλόγιο και το λιτό ύφος είναι κοινά και στα δύο, η ποιητική ένταση χαρακτηρίζει όλα τα διηγήματά του, ενώ μια αφηγηματική βάση, και ο ανάλογος τόνος της φωνής, βρίσκεται σε σχεδόν κάθε ποίημά του.

Στην τελευταία, μάλιστα, ποιητική του συλλογή, η οποία με τον τίτλο “Ένα καινούριο μονοπάτι προς τον καταρράκτη” κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1989, έναν χρόνο δηλαδή μετά από τον θάνατό του Κάρβερ (ο οποίος, πάντως, είχε προλάβει, και ενώ ήταν ήδη στα τελευταία στάδια της αρρώστιας του, εργαζόμενος μαζί με τη γυναίκα του, την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, να την έχει καθ’ όλα έτοιμη για δημοσίευση), προχώρησε ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση της υπέρβασης του διαχωρισμού μεταξύ πεζού και ποιητικού λόγου. Σε τούτο το πιο ώριμο και ολοκληρωμένο από τα ποιητικά του βιβλία παρεμβάλει ο Κάρβερ, ανάμεσα στα δικά του ποιήματα, περισσότερα από δεκαπέντε αποσπάσματα προερχόμενα από μεταφράσεις διαφόρων έργων του Άντον Τσέχοφ και άλλων συγγραφέων, όχι αυτούσια, όμως, αλλά βαλμένα σε στίχους από τον ίδιο. Ανακαλύπτει, με αυτόν τον τρόπο, και αποκαλύπτει την ποίηση που βρίσκεται μέσα στον πεζό λόγο, του Τσέχοφ κατά κύριο λόγο, και προωθεί ακόμη περισσότερο τη συνένωση ποίησης και πρόζας που ο ίδιος ο Κάρβερ ανέκαθεν επιδίωκε.

Με την ίδια κίνηση προχώρησε, επίσης, ένα βήμα παραπέρα και όσον αφορά μιαν ακόμη πρωτοποριακή τεχνική, την ανενδοίαστη οικειοποίηση και χρησιμοποίηση ξένων κειμένων. Εκτός από τα σύντομα κομμάτια από το έργο του Τσέχοφ που ποιητικά μετεστραμμένα εισήγαγε στο δικό του βιβλίο, ο Κάρβερ έκανε το ίδιο και με ένα πλήθος αποσπασμάτων από έργα ποιητών που αγαπούσε, όπως ο Τσέσλαφ Μίλος (από τον οποίο, κατά τα φαινόμενα, δανείστηκε την ιδέα και ο Κάρβερ), ο Τούμας Τράνστρεμερ, ο Γιάροσλαβ Σάιφρτ και ο Ρόμπερτ Λόοουελ, δημιουργώντας, με αυτόν τον τρόπο και παραδόξως, ένα απολύτως συνεκτικό σύνολο με κοινή ατμόσφαιρα, ενιαίο αφηγηματικό τόνο και συνεπή νοηματική ανάπτυξη. Σε βαθμό που, αν δεν υπήρχε η ξεκάθαρη δήλωση εκ μέρους του Κάρβερ της προέλευσης καθενός από αυτά τα αποσπάσματα (το όνομα του συγγραφέα και του μεταφραστή, όταν πρόκειται για μεταφρασμένο κείμενο), ο αναγνώστης δεν θα ήταν πάντα σε θέση να διακρίνει ποια από τα ποιήματα ανήκουν στον Κάρβερ και ποια όχι.

Το ποίημα “Το όνομα”, για παράδειγμα, του μεγάλου σουηδού ποιητή Τούμας Τράνστρεμερ, που ανοίγει τη δεύτερη ενότητα της συλλογής του Κάρβερ, θα μπορούσε κάλλιστα να το έχει γράψει ο ίδιος – γι’ αυτό, εξάλλου, δεν δίστασε να το συμπεριλάβει και αυτό αυτούσιο ανάμεσα στα δικά του ποιήματα. Ο τόνος της φωνής, οι εμβόλιμες ερωτήσεις, η ανάπτυξη της αφήγησης, όπως και η μοναχικότητα του αφηγητή, η επίμονη ενδοσκόπηση, η στιγμιαία έκλαμψη της λήθης και της αναγνώρισης, το προφορικό λυρικοαφηγηματικό ύφος, που συγγενεύει με αυτό του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς και με αυτό του Τσαρλς Μπουκόφσκι – είναι όλα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποιητική γραφή και την ποιητική ζωή του Ρέιμοντ Κάρβερ, κυρίως στα ποιήματα που έγραψε κατά τα τελευταία νηφάλια χρόνια της ζωής του.

Με πιάνει νύστα στο τιμόνι και σταματώ κάτω από τα δέντρα στην άκρη του δρόμου. Κουλουριάζομαι στο πίσω κάθισμα και κοιμάμαι. Πόσο; Ώρες. Το σκοτάδι έχει ήδη πέσει.

Ξαφνικά ξυπνώ και δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Εντελώς ξύπνιος, αλλά δεν  βοηθά. Πού είμαι; ΠΟΙΟΣ είμαι; Είμαι κάτι που ξυπνά σ’ ένα πίσω κάθισμα, που στριφογυρνά πανικόβλητο σαν γάτα σε σακί. Ποιος;

Η ζωή μου επιστρέφει τελικά. Τ’ όνομά μου έρχεται σαν άγγελος. Έξω απ’ τα τείχη ηχεί μια σάλπιγγα (όπως στην ουβερτούρα Λεονόρα) και τα λυτρωτικά βήματα κατεβαίνουν γοργά γοργά την πολύ μακριά σκάλα. Εγώ είμαι! Εγώ είμαι!

Αδύνατο όμως να ξεχαστούν τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα του αγώνα στην κόλαση της λήθης, μερικά μέτρα απ’ τον μεγάλο δρόμο, όπου τρέχουν τ’ αυτοκίνητα με τα φώτα αναμμένα.

(μτφ. Βασίλης Παπαγεωργίου)

Παραδόξως, παρόμοιες στιγμές λυρικής γνώσης, όπως και στιγμές ήρεμης ευτυχίας και νωχελικής παρατήρησης του ένδον και του έξω κόσμου, θα συναντήσει συχνά ο αναγνώστης στην ποίηση του Κάρβερ κι ας περίμενε να διαβάσει, προϊδεασμένος ίσως από τον απελπισμένο κόσμο των διηγημάτων του, ποιήματα χαμένων ευκαιριών, διαλυμένων γάμων και κατεστραμμένων ζωών. Πράγματι, όπως η ζωή του Κάρβερ χωρίζεται στα δύο από την καθοριστική του απόφαση να κόψει το ποτό, όπως η δημιουργική του διάθεση διοχετεύεται τόσο στον πεζό όσο και στον ποιητικό λόγο, έτσι και στην ποίησή του μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαφορετικές όψεις, μόνο που, σε αυτή την περίπτωση, η τομή δεν είναι τόσο ευδιάκριτη ούτε τόσο αυστηρή όσο στη βιογραφία του.

Υπάρχουν, λοιπόν, από τη μία πλευρά, τα ποιήματα του Κάρβερ που βρίσκουν τη φωνή τους και το θέμα τους στον ίδιο ακριβώς κόσμο όπου γεννιούνται και τα διηγήματά του, μες στα χαλάσματα του αμερικάνικου ονείρου, στις διαλυμένες οικογένειες και στις τσακισμένες ανθρώπινες ζωές, στην απόγνωση που δεν βρίσκει έκφραση. Γι’ αυτήν ακριβώς την ανήμπορη σιωπή διαβάζουμε σε ένα από τα ποιήματά του, στο οποίο αναθυμάται την παιδική του ηλικία: «Σβήσαμε τα φώτα μας, πέσαμε / στα κρεβάτια μας και κάναμε ησυχία. Την ησυχία που πέφτει σ’ ένα σπίτι / όπου κανείς δεν μπορεί να κοιμηθεί». Στην ποίησή του, ωστόσο, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στα διηγήματά του, αυτός ο κόσμος των ανθρώπων “που δεν πετυχαίνουν στη ζωή τους”, όπως τους χαρακτηρίζει ο ίδιος, έχει μια μάλλον ισχνότερη παρουσία, η οποία μάλιστα με το πέρασμα των ετών περιορίζεται ακόμη περισσότερο.

Εφόσον, σύμφωνα με τη διατύπωση του ίδιου του Κάρβερ, «οτιδήποτε γράφουμε είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτοβιογραφικό», είναι φυσικό και αναμενόμενο μαζί με τους όρους της ζωής του να μεταβάλλεται και το περιεχόμενο της γραφής του. Μπορεί, λοιπόν, να ξεκίνησε τη συγγραφική του πορεία γράφοντας ποιήματα, πολύ γρήγορα όμως στράφηκε προς το διήγημα (εν μέρει επειδή τα περιοδικά πλήρωναν καλύτερα για τα διηγήματα που δημοσίευαν, εν μέρει λόγω ιδιοσυγκρασίας, αφού ο Κάρβερ υπήρξε πάντα εξαιρετικός αφηγητής ιστοριών), αν και ποτέ δεν εγκατέλειψε ολότελα την ποίηση. Τα περισσότερα, πάντως, ποιήματά του γράφτηκαν μες στη δεκαετία του ’80, τα τελευταία δηλαδή χρόνια της ζωής του, οπότε οι βιοτικές του συνθήκες είχαν μεταβληθεί – μια μεταβολή που αντικατοπτρίζεται σαφώς στην ποίησή του. Οι μέρες και οι νύχτες της αμφίβολης οικογενειακής επιβίωσης και της σκληρής συμβίωσης μετά το τέλος της αγάπης, του πανικού και του τρόμου, της μέθης και του επικείμενου, από ώρα σε ώρα, θανάτου είναι πια πίσω του.

Ο Κάρβερ είναι πια ένας επιζήσας, ένας υπέροχος επιζήσας, όπως αποκαλούσε ο ίδιος τον εξαίσιο τροβαδούρο Tom Waits (ο οποίος του ανταπέδωσε τη φιλοφρόνηση και την αγάπη υποδυόμενος έναν από τους χαρακτήρες του στην ταινία “Στιγμιότυπα” που γύρισε ο Robert Altman το 1993). Έχοντας γλιτώσει από την αυτοκαταστροφή, έχει πια την έκπληκτη και ευγνώμονα φωνή που χαρακτηρίζει όσους ξεφεύγουν τον χαμό που τον νόμιζαν βέβαιο και τη θέληση να μην ξεχάσει τα σκληρά χρόνια που έζησε, αλλά και να μην πάψει να απολαμβάνει τις μέρες ή τα χρόνια που του απομένουν ακόμα. Αποτελεί, ίσως, υπερβολή, αν και δεν απέχει τόσο από την αλήθεια, η εντύπωση που δίνουν τα ποιήματά του, ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κάρβερ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κάθεται στο γραφείο του, να διαβάζει, να πίνει τον καφέ του και να κοιτάζει τη θάλασσα από το παράθυρό του σκεπτόμενος τους ανθρώπους και τις περιστάσεις της ζωής του – που σημαίνει να εργάζεται με τον τρόπο που έχουν οι ποιητές να εργάζονται:

Τεμπέλη! μου φώναζε ο θείος μου

πριν από τόσο καιρό. Κι είχε δίκιο.

Εξοικονόμησα λίγο χρόνο και σήμερα,

όπως κάθε μέρα,

για να μην κάνω απολύτως τίποτα.

Να κάθομαι στο γραφείο. Να σηκώνω το κεφάλι

κάθε τόσο από την εργασία μου.

Να σκέφτομαι κάποιον άλλο τόπο

και κάποιαν άλλη εποχή.

Τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει τότε.

***

Στα διηγήματά του, αντιθέτως, καμία τέτοια μετατόπιση της θεματικής του δεν παρατηρείται με το πέρασμα των χρόνων. Η τεχνική του γνώρισε κάποιες μεταλλάξεις κινούμενη ανάμεσα στον μινιμαλισμό και σε μια λιγότερη αυστηρή γραφή, ο κόσμος όμως στον οποίο κινούνται, μιλάνε και σιωπούν οι ήρωες των διηγημάτων του παραμένει ο ίδιος και ο λόγος τους, επίσης, ο ίδιος. Ένα σημαντικό, εξάλλου, μέρος της γοητείας και της δύναμης που χαρακτηρίζει την πεζογραφία και την ποίηση του Κάρβερ βρίσκεται στη χρήση του καθημερινού λόγου που κατορθώνει. Δεν διστάζει, αντιθέτως συνειδητά το επιδιώκει, να μεταφέρει στο χαρτί αυτούσιους τους τρόπους και τους ρυθμούς της ανθρώπινης συνομιλίας και να ανακαλύπτει τη μουσική που κρύβεται ακόμη και στις αδυναμίες της ή στα χάσματά της. Είναι η μουσική του πραγματικού, που όμως για να ακουστεί χρειάστηκε να την εντοπίσει η ιδιοφυΐα του συγγραφέα.

Συνέχισε ως το τέλος να απεικονίζει την ήρεμη απελπισία των φτωχών Αμερικανών και την αίσθηση της προδοσίας και της αδυναμίας που αισθάνονται. «Μπορώ να θυμηθώ», λέει ο ίδιος, «επακριβώς την ουσία του πανικού και της απόγνωσης των χαρακτήρων μου, μπορώ ακόμη να το γευθώ, να το αισθανθώ. Αυτά τα πράγματα που συναισθηματικά είναι σημαντικά για μένα, εξακολουθούν να είναι πολύ έντονα ζωντανά και προσιτά σε μένα, παρόλο που οι συνθήκες της προσωπικής μου ζωής έχουν αλλάξει». Πράγματι, ως το τέλος της ζωής του τα διηγήματα του Κάρβερ (με μία και μοναδική εξαίρεση, και αυτή συζητήσιμη: το τελευταίο του διήγημα, που αναφέρεται στον θάνατο του Τσέχοφ) βρίσκουν το περιεχόμενό τους και την έκφρασή τους σε εκείνη την ανθρώπινη κοινότητα, στα μέλη της οποίας ο ίδιος χάρισε φωνή και παρουσία.

Μια κοινότητα η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ πολλών άλλων, εκείνη τη σερβιτόρα που εξυπηρετεί κάποια ζεστή αυγουστιάτικη Τετάρτη έναν υπερβολικά παχύ και καλοβαλμένο άνδρα και, απροσδόκητα, το ίδιο βράδυ, αισθάνεται πως η ζωή της πρόκειται ν’ αλλάξει – αντιλαμβανόμαστε καλά, ωστόσο, και οι αναγνώστες όπως και αυτή, πως τίποτε ποτέ δεν πρόκειται ν’ αλλάξει· ή τον Μπιλ και την Αρλίν, οι οποίοι φροντίζουν το σπίτι των γειτόνων τους, όσο εκείνοι ταξιδεύουν, και μπαινοβγαίνοντας εκεί δανείζονται λίγη χλωμή λάμψη από την ξένη ζωή, μέχρι την ώρα που από στιγμιαία απροσεξία ξεχνάνε το κλειδί μέσα, η πόρτα κλείνει και κυριεύονται από τη συσσωρευμένη απόγνωση μιας ολόκληρης ζωής· είναι ακόμη ο Σαμ που έκοψε το ποτό, εξαιτίας του οποίου διέλυσε τη μοναδική του φιλία, και περνάει τις νύχτες του κυνηγώντας στην αυλή του τους γυμνοσάλιαγκες που κατατρώνε τις τριανταφυλλιές του· κι η γυναίκα του φοιτητή, που μετά από μια νύχτα αϋπνίας γυρίζει στο κρεβάτι και, βλέποντας το δωμάτιο πλημμυρισμένο στο λευκό φως του φεγγαριού, πέφτει στα γόνατα και προσεύχεται στον θεό για βοήθεια – που δεν πρόκειται από πουθενά να έρθει.

Οι ιστορίες του μοιάζουν κοινότοπες, η επιφάνειά τους ήρεμη, μα το βάθος τους είναι γεμάτο με συναισθηματική ένταση και κρυμμένες πληγές, με ανέκφραστη αγωνία και αναπόδραστη μελαγχολία, με διαψευσμένες προσδοκίες και με επικείμενες καταρρεύσεις. Το πιο σταθερό από τα θέματα των διηγημάτων του Κάρβερ είναι, σε τελική ανάλυση, η απουσία της αγάπης. Ο αλκοολισμός, η ένδεια, η αδυναμία επικοινωνίας και η απομόνωση, ο τρόμος των ανθρώπων απέναντι στη ζωή, τα διαζύγια και η δυστυχία, η απώλεια του προσανατολισμού, ακόμη και ο θάνατος είναι, σχεδόν πάντα, αποτελέσματα της απολεσθείσης αγάπης. Όσο για την απάντηση που ο Ρέιμοντ Κάρβερ αποπειράται να δώσει στο διαρκές ερώτημα που μια τέτοια ζωή θέτει (πώς μπορεί ο άνθρωπος να αντέξει;), αυτή δεν είναι άλλη από την καλοσύνη. Όπως ακριβώς, λιτά και έξοχα, το διατυπώνει σε ένα ποίημά της και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «μόνο η καλοσύνη μπορεί να σώσει»:

Μόνο μια ιδέα απροσδόκητη, φωτεινή

μπορεί να σταματήσει

τον ηλίθιο καταρράκτη της ματαιότητας

μόνο ένα γέλιο

μπορεί να χρωματίσει

τη σκούρα πραγματικότητα·

μόνο η καλοσύνη

μπορεί να σώσει.

Σε ένα από τα δυνατότερα διηγήματα που έγραψε ο Κάρβερ, οι δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας χάνουν το παιδί τους σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα λίγες μόλις μέρες πριν από τα γενέθλιά του και ενώ έχουν ήδη παραγγείλει την τούρτα για το πάρτι που του ετοιμάζουν. Οργισμένοι επειδή ο ζαχαροπλάστης συνεχίζει να τους τηλεφωνεί και να τους υπενθυμίζει την παραγγελία τους, θα τον συναντήσουν ένα βράδυ στο εργαστήριό του και μόλις θα του ανακοινώσουν τη συμφορά, εκείνος θα τους μαλακώσει τις τσακισμένες καρδιές προσφέροντάς τους καφέ, ψωμάκια με κανέλα και λίγα λόγια παρηγοριάς: «Συνέχισαν να κουβεντιάζουν ακόμη κι όταν άρχισε να ξημερώνει και φάνηκε η χλωμή ανταύγεια του φωτός στα παράθυρα, και δεν σκέφτηκαν να φύγουν». «Το φαΐ είναι ένα μικρό, καλό πράγμα σε τέτοιες στιγμές», θα τους πει ο ζαχαροπλάστης. Ένα μικρό, καλό πράγμα, όπως και η ήσυχη κουβέντα, όπως μια χειρονομία αγάπης, μια ματιά συμπάθειας. Όπως κάθε ποίημα και διήγημα του Ρέιμοντ Κάρβερ, που δεν είναι, ίσως, παρά ένα μικρό, καλό πράγμα, βάλσαμο όμως για τις τσακισμένες ψυχές.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s