Οι μεταμορφώσεις του θηρίου και οι μεταμορφώσεις του θηράματος (Έλενα Μαρούτσου)

Έλενα Μαρούτσου, Θηριόμορφοι, μυθιστόρημα με φωτογραφίες της Laura Makabresku, σελ. 220, εκδ. Πόλις

Από τις πρώτες κιόλας γραμμές του νέου μυθιστορήματος της Έλενας Μαρούτσου, εύκολα θα αναγνωρίσει ο αναγνώστης τρία τουλάχιστον σταθερά και χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής της: το ανατρεπτικό και αναζωογονητικό χιούμορ της, την τολμηρή χρήση της διακειμενικότητας και τον πολύτροπο ερωτισμό της. «Αυτή η ιστορία, η ιστορία μιας εκδίκησης, αρχίζει από τη μέση», διαβάζουμε ξεκινώντας την ανάγνωση και δεν μπορεί παρά να σκεφτούμε ότι η συγγραφέας χρησιμοποιεί την ίδια αφηγηματική τεχνική που έχει χρησιμοποιήσει και ο Όμηρος στην Οδύσσεια, ξεκινώντας το έργο του από τη μέση, in medias res, όπως το λέει ο Οβίδιος. Η συγγραφέας όμως μας επαναφέρει γρήγορα στη δική της πραγματικότητα, καθώς η μέση από την οποία αρχίζει η ιστορία της δεν είναι μόνο το κρισιμότερο σημείο της πλοκής αλλά και η γυμνή μέση μιας ξαπλωμένης γυναίκας και, συγχρόνως, η πονεμένη μέση του άνδρα που την κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα – κι όλα αυτά ενώ ακούγεται ο ήχος μιας παλάμης που σκάει με δύναμη πάνω σε μια μαλακή επιφάνεια. Είναι σίγουρο ότι βρισκόμαστε σε έργο της Μαρούτσου.

Η διακειμενικότητα όμως δεν αποτελεί απλώς ένα έξυπνο αφηγηματικό τέχνασμα της συγγραφέως, αλλά μοιάζει να βρίσκεται στον πυρήνα κάθε έμπνευσής της. Στο μυθιστόρημά της Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (2008) κάθε κεφάλαιο βασίζεται σε έναν πίνακα, διαφορετικό κάθε φορά, του Βέλγου υπερρεαλιστή ζωγράφου Ρενέ Μαγκρίτ, ενώ η εκτενής νουβέλα της Το νόημα (2010) στήνεται πάνω στα δύο μυθιστορήματα του Λιούις Κάρολ Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και Μες στον καθρέφτη. Τα διηγήματα που συγκροτούν τις Χυδαίες ορχιδέες (2015) συνομιλούν, με ποικίλους τρόπους, με γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι, τη Σαλώμη, τον«Έρωτα στα χιόνια»,τον Βασιλιά Ληρ, το Ένα δικό σου δωμάτιο και ορισμένα άλλα· και, πιο πρόσφατα, το Δύο (2018), το μυθιστόρημα που συνέγραψε με την Ούρσουλα Φωσκόλου, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις γνωστές φωτογραφίες της Αμερικανίδας φωτογράφου Diane Arbus.

Με ένα πλήθος φωτογραφιών και κειμενικών αναφορών συνομιλούν και οι Θηριόμορφοι. Στην εντυπωσιακή έκδοση (σχεδιασμός της Μαρίας Τσουμαχίδου) περιλαμβάνονται μάλιστα και πενήντα φωτογραφίες της Πολωνής φωτογράφου Laura Makabresku (γεν. 1987), εξαιρετικά εκτυπωμένες σε χαρτί 150 γραμμαρίων, οι οποίες δεν συνοδεύουν απλώς την αφήγηση, αλλά συχνά φαίνεται να την καθοδηγούν, αν όχι στην κεντρική της πλοκή, σίγουρα όμως σε δεκάδες εικόνες και μεταφορές που όλες μαζί σχηματίζουν ένα σύμπαν, ένα «Μουσείο Αινιγματικών Σκηνών», όπου άνθρωποι και ζώα ανταλλάσσουν ιδιότητες, πάθη και χαρακτηριστικά: «Την έβαλα να καθίσει κι άρχισα να μαλάζω τον αυχένα της. Οι μύες της ήταν άκαμπτοι και σκληροί. Πήρε τα χέρια μου και τα έβαλε πάνω στους βολβούς των ματιών της. Από μέσα ένιωθα τις βλεφαρίδες να πεταρίζουν, σαν φτεράκια τρομοκρατημένου πουλιού».

Όχι μόνο στην επιφάνεια, εξάλλου, αλλά και στο βάθος του μυθιστορήματος της Έλενας Μαρούτσου βρίσκεται η ιδέα της σύνδεσης του ανθρώπου με το ζώο, καθώς η συγγραφέας διερευνά τις στιγμές και τις περιστάσεις που τα όρια ανάμεσά τους σβήνουνε, για να κυριαρχήσει άλλοτε η κοινή γλώσσα που συνδέει τα δύο γένη και άλλοτε η σχέση του θηρίου και του θηράματος, του λύκου και του ελαφιού, του ανθρώπου και της αλεπούς. Ο κατεξοχήν χώρος, βέβαια, όπου διαφαίνονται οι σχέσεις αυτές είναι ο έρωτας και η σεξουαλικότητα, η οποία αποτυπώνεται στις σελίδες του μυθιστορήματος σε πολλές από τις εκφάνσεις της, από την εφηβική ερωτική αφύπνιση και την ομοερωτική έλξη ως την πιο απαλή τρυφερότητα και την πιο σκληρή σεξουαλική βία: «Η φρίκη θα έπρεπε να σκοτώνει την έλξη. Αν όμως αυτή επιβιώσει, ενσωματώνει τη φρίκη, τη βάζει στη δούλεψή της. Έτσι συνέβη και με τον πόθο μου για τον Ματέο και τη ζήλια μου. Η ζήλια μου δεν τον σκότωσε. Τον δηλητηρίασε και τον γιγάντωσε».

Από την Κρακοβία, και το Άουσβιτς, στη Χίο και από την Αθήνα στη Συρακούσα, η αφήγηση προχωράει μπρος πίσω στον χρόνο, μοιρασμένη σε δύο φωνές, μία ανδρική και μία γυναικεία, αποκαλύπτοντας τα αόρατα νήματα που τις συνδέουν και τα οικογενειακά μυστικά που, όσο και να κρατηθούν στον βυθό, δεν μπορεί παρά κάποτε να βγουν στην επιφάνεια.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως με τους Θηριόμορφους η Έλενα Μαρούτσου πάει ένα βήμα μπροστά τη συγγραφική της τέχνη, δημιουργώντας ένα στέρεο και σύνθετο έργο με τα ίδια, θα λέγαμε, υλικά που χρησιμοποίησε και στα προηγούμενα βιβλία της – την πολύτροπη διακειμενικότητα, την τολμηρή γλώσσα και τη σεξουαλική φαντασία, τον στοχασμό για τη λειτουργία της ίδιας της τέχνης. Με αυτά τα υλικά όμως έφτιαξε ένα εντελώς διαφορετικό έργο, δηλώνοντας και αποδεικνύοντας συγχρόνως ότι η τέχνη δεν είναι ούτε ένα είδος θεραπείας των τραυμάτων μας ούτε ένας τρόπος να κρατήσουμε τις πληγές μας ανοιχτές, αλλά είναι η δημιουργία ενός καινούργιου κόσμου που μας επιτρέπει να διακρίνουμε καλύτερα αυτόν στον οποίο ζούμε.       

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s