Μια ελεγεία για τον Κανόνα (και τον Harold Bloom)

Harold-Bloom

Δεν είναι καθόλου σπάνιο οι σελίδες που γράφονται για κάποιο δημοσιευμένο κείμενο να ξεπερνούν κατά πολύ τον αριθμό των σελίδων που το ίδιο περιέχει· όλα τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας φέρνουν μαζί τους (δυστυχώς, μερικές φορές) χιλιάδες και εκατομμύρια σελίδων που τα σχολιάζουν και τα αναλύουν. Όταν όμως αυτό συμβαίνει για ένα βιβλίο λογοτεχνικής κριτικής, τότε το γεγονός εκτός από ασυνήθιστο είναι και αξιοσημείωτο. Αυτό ακριβώς συνέβη με τον Δυτικό Κανόνα του Harold Bloom από την εποχή της πρώτης του κυκλοφορίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1994, έως σήμερα που μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg (τόσο ο εκδότης, όσο και η μεταφράστρια Κατερίνα Ταβαρτζόγλου και ο επιμελητής Δημήτρης Αρμάος αξίζουν πολλά συγχαρητήρια). Εκατοντάδες άρθρα πολεμικής δημοσιεύτηκαν με αφορμή την έκδοσή του και ακόμη συνεχίζουν να εμφανίζονται.

Κι όμως, σε τελική ανάλυση, δεν πρόκειται παρά για ένα βιβλίο (επτακοσίων πενήντα σελίδων στην ελληνική του έκδοση), στο οποίο ο συγγραφέας του δεν μιλάει παρά για τα βιβλία που αγαπάει. Όπως το δηλώνει και ο ίδιος, «η κατεξοχήν λειτουργία του Κανόνα είναι η ανάκληση και η συγκρότηση των αναγνώσεων μιας ολόκληρης ζωής». Και παρακάτω: «επιστρέφω για να σας πω όχι τι να διαβάσετε ή πώς να το διαβάσετε, αλλά να σας πω για εκείνα που έχω διαβάσει και πιστεύω πως αξίζουν να ξαναδιαβαστούν». Δεν μπορώ εύκολα να φανταστώ ευγενέστερη φιλοδοξία για έναν κριτικό και θεωρητικό της λογοτεχνίας, ο οποίος στο μάκρος μιας ολόκληρης ζωής αντιδικούσε με τους συναδέλφους του για την αξία και τη λειτουργία της λογοτεχνίας και για τα κριτήρια με τα οποία θα έπρεπε να κρίνονται και να αξιολογούνται τα ποιητικά και πεζογραφικά έργα.

Έχουμε, λοιπόν, ένα βιβλίο στο οποίο περιέχονται είκοσι ένα κείμενα για είκοσι έξι έργα ή, μάλλον, για είκοσι έξι συγγραφείς. Περιορίζομαι εδώ να αναφέρω τους μισούς μόνο από αυτούς, οι οποίοι δεν επρόκειτο να έλειπαν κι από μια δική μου ανάλογη επιλογή: είναι ο Σαίξπηρ, ο Δάντης και ο Θερβάντες, ο Μονταίνι, ο Γκαίτε και ο Γουόλτ Γουίτμαν, η Έμιλι Ντίκινσον, ο Φρόιντ και ο Προυστ, ο Τζέιμς Τζόις, η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Κάφκα, ο Μπόρχες, ο Πεσσόα, και ο Μπέκετ. Οι μονογραφίες που αφιερώνει στον καθένα από αυτούς τους, αναμφίβολα, μεγάλους δημιουργούς ο Χάρολντ Μπλουμ δεν έχουν ακριβώς την πρόθεση να εξηγήσουν, να σχολιάσουν ή να αναλύσουν το έργο τους· πρόκειται περισσότερο για κείμενα αγάπης, με τα οποία προσπαθεί ο συγγραφέας να επισημάνει και να επιδείξει πού έγκειται η μεγαλοσύνη τους, ποια δηλαδή είναι τα χαρακτηριστικά τους εκείνα που τα κάνουν άξια να συμπεριληφθούν στον Δυτικό Κανόνα.

Κύριο κριτήριο υπεροχής των έργων αυτών είναι η ισχυρή λογοτεχνική πρωτοτυπία τους, υποστηρίζει ο Μπλουμ, καθώς κι ένα ισχυρό ύφος γραφής, ένα ύφος γραφής που έχει τη δύναμη να «μολύνει» ολόκληρη τη λογοτεχνική παράδοση. Η ιδιοτυπία τους και η αντίθεσή τους στις εκάστοτε παγιωμένες παραδόσεις και συνθήκες κάνει τα έργα αυτά να προκαλούν στους ανά τους αιώνες αναγνώστες τους μιαν αίσθηση του ανοίκειου, μια βαθιά αμηχανία, ένα ανησυχητικό παραξένισμα (για να δανειστούμε τον φθαρμένο μπρεχτικό όρο) και μια δυσκολία αφομοίωσής τους η οποία δεν ξεπερνιέται ακόμη και μετά από επανειλημμένες αναγνώσεις. Κι αυτό είναι ένα ακόμη κριτήριο επιλογής – με τα λόγια του ίδιου του Μπλουμ: «Ένας παμπάλαιος έλεγχος για την κανονικοποίηση ενός έργου παραμένει καθ’ όλα έγκυρος: αν ένα έργο δεν απαιτεί να ξαναδιαβαστεί, τότε είναι ακατάλληλο για τον Κανόνα».

Ο Χάρολντ Μπλουμ, όμως, αυτή η «άυπνη ιδιοφυία του Γέιλ», όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, «το μεγαλύτερο τέρας ανάγνωσης που έχω γνωρίσει», καθώς λέει ο ίδιος για τον εαυτό του, δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί μόνο σε αυτό. Πέρα από τους είκοσι έξι αυτούς συγγραφείς, που εντάσσει στον Κανόνα του και για τους οποίους ελάχιστοι αναγνώστες θα είχαν σοβαρές αντιρρήσεις, τολμάει να συντάξει κι έναν ευρύτατο κατάλογο χιλίων περίπου βιβλίων, τα οποία αποτελούν τον πλήρη, κατά Μπλουμ, Δυτικό Κανόνα. Πρόκειται για το πιο επίμαχο και, ενδεχομένως, το πιο αδύναμο σημείο στο βιβλίο του, όπως σημειώνει και ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης, καθώς χαρακτηρίζεται από μια ολοφάνερα αγγλοκεντρική αντίληψη και απ’ όπου απουσιάζουν ονόματα που δεν θα περίμενε κανείς ότι θα έλειπαν (αναφέρω μόνο τους Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ και Κέρουακ), ενώ εμφανίζονται άλλα η παρουσία των οποίων ξενίζει.

Όποιες, ωστόσο, και αν ήταν οι φιλοδοξίες του Μπλουμ όταν βάλθηκε να συντάξει αυτόν τον μεγάλο κατάλογο του Κανόνα του, στον οποίο έχει καταχωρίσει τα βιβλία των αιώνων χωρισμένα σε τέσσερις εποχές (θεοκρατική, αριστοκρατική, δημοκρατική και χαοτική), αυτό που κυρίως θα πρέπει να συγκρατήσει ο αναγνώστης είναι τα κριτήρια με τα οποία ένα έργο κερδίζει την ένταξή του σε αυτόν και στα οποία επιμένει ο συγγραφέας σε όλο το μάκρος του βιβλίου αλλά και με κάθε άλλη αφορμή που του δίνεται. Κριτήρια αμιγώς λογοτεχνικά, αισθητικά και καλλιτεχνικά, από τα οποία δεν δέχεται να υποχωρήσει ούτε βήμα στο όνομα άλλων, ακόμη και των ευγενέστερων, επιδιώξεων και σκοπιμοτήτων (ο Έλληνας αναγνώστης θα συγκρατήσει, αναπόφευκτα, και την απουσία ελληνικών μεταφράσεων πολλών από τα κλασικά έργα που συναντάει στον Κανόνα).

Σε αυτές, ακριβώς, τις ξένες προς τη λογοτεχνία επιδιώξεις και σκοπιμότητες είναι που με σφοδρότητα, αγωνία και παρρησία επιτίθεται ο Μπλουμ σε τρία κεφάλαια του Δυτικού Κανόνα, στον «Πρόλογο», στο Πρώτο μέρος («Μια ελεγεία για τον Κανόνα») και στον «Ελεγειακό επίλογο». Αντιτίθεται δηλαδή σε αυτό που συνολικά ο ίδιος ονομάζει Σχολή της Μνησικακίας και περιλαμβάνει σπουδές της λογοτεχνίας και της τέχνης φεμινιστικές, μαρξιστικές, νεοϊστορικιστικές, μετα-αποικιακές, μειονοτικές, σημειολογικές, λακανικές κλπ. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι ότι αντιμετωπίζουν το έργο τέχνης όχι ως τέτοιο που είναι αλλά ως απλό τεκμήριο για τις μελέτες τους, ισοδύναμο, επομένως, με οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό προϊόν. Με αυτή τη λογική μπορεί, σύμφωνα με ένα παράδειγμα που αναφέρει ο Μπλουμ σε συνέντευξή του, να προκρίνεται το έργο ενός συγγραφέα με μεξικανικές ρίζες έναντι του έργου του Χεμινγουέι, όχι βέβαια λόγω της αισθητικής του υπεροχής, αλλά μόνο και μόνο προκειμένου να μελετηθούν καλύτερα ή να βελτιωθούν οι σχέσεις λευκών και Μεξικανών.

«Ο πραγματικός μαρξιστής κριτικός είμαι εγώ», γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ, «ακολουθώντας όμως τον Γκράουτσο Μαρξ παρά τον Καρλ, και σύνθημα έχω την υπέροχη προειδοποίηση του Γκράουτσο «Ότι κι αν είναι αυτό, εγώ είμαι εναντίον του!». Έχω εναντιωθεί, κατά σειρά, στη νεοχριστιανική Νέα Κριτική του Τ.Σ. Έλιοτ και των ακαδημαϊκών υποστηρικτών του· στην αποδόμηση του Πολ Ντε Μαν και των κλώνων αυτού· στις σημερινές επιθέσεις της Νέας Αριστεράς και της Παλιάς Δεξιάς για τις υποτιθέμενες ανισότητες ή την υποτιθέμενη ηθική του λογοτεχνικού Κανόνα.» Στο εν λόγω βιβλίο του, ωστόσο, αυτό που τελικά μένει δεν είναι τόσο η εναντίωσή του στη Σχολή της Μνησικακίας και οι παραλείψεις στον κατάλογο του Κανόνα, όσο η εναγώνια πίστη του στην αξία της λογοτεχνίας και στην απόλαυση της ανάγνωσης. Το μέγιστο μάθημα που μπορεί, ίσως, να διδάξει ένας κριτικός λογοτεχνίας.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s