Ο συγγραφέας ασκεί μια παράξενη βία πάνω στον ίδιο και στους δικούς του

AVT_Claude-Pujade-Renaud_2196

Claude Pujade Renaud, Αγαπημένοι απόντες, μυθιστόρημα, μετάφραση Ηρώ Τσαρνά-Κόχυλα, επιμέλεια μετάφρασης Έφη Κορομηλά, εκδ. Μελάνι, 2016

«Ο συγγραφέας ασκεί μια παράξενη βία πάνω στον ίδιο και στους δικούς του. Εν αγνοία του ως έναν βαθμό»

Μία από τις ωραιότερες ιδιότητες των βιβλίων είναι ότι οδηγούν τον αληθινό αναγνώστη σε ακόμη περισσότερα βιβλία. Στα άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα καταρχάς. Στα βιβλία που έχουν επηρεάσει τον εν λόγω συγγραφέα, ίσως, ή σε δημιουργούς που επηρεάστηκαν από αυτόν. Σε βιβλία με παρόμοιο θέμα ή σκηνικό, ύφος γραφής ή τεχνική. Σε βιβλία της ίδιας εποχής ή χώρας με εκείνο που απολαύσαμε. Είναι πολλοί, ευτυχώς, οι δρόμοι της ανάγνωσης. Τα βιβλία ωστόσο που οι περισσότεροι φανατικοί αναγνώστες αγαπάμε πιο πολύ να διαβάζουμε είναι εκείνα που μας παίρνουν από το χέρι και μας οδηγούν απευθείας σε συγκεκριμένα άλλα βιβλία. Είτε γιατί αναφέρονται ρητά σε αυτά ή στους συγγραφείς τους είτε γιατί διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής τους. Τέτοιο βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Αγαπημένοι απόντες» της γαλλίδας συγγραφέως Κλοντ Πιζάντ-Ρενό, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι.

Για τον Μαρσέλ Σβομπ: «Ζούσε όλο και περισσότερο περιορισμένος στο δωμάτιό του, με τα σκυλιά και τα βιβλία στοιβαγμένα μαζί του πάνω στο κρεβάτι. Έγραφε -πάντα με τον πολύτιμο κάλαμό του- ωραίες σελίδες σχετικά με την εκπληκτική ευχαρίστηση να διαβάζει κανείς ειδικά στο κρεβάτι. Σχετικά με τον αισθησιασμό της ανάγνωσης, την ευτυχία να ανοίγεις ένα βιβλίο που μόλις παρέλαβες και να ανασαίνεις τη μυρωδιά του. Μιας και δεν με άνοιγε πια εμένα, τη γυναίκα του, δεν με μύριζε πια».

Ο χαρακτηρισμός «μυθιστόρημα» δεν είναι ενδεχομένως ακριβής για να χαρακτηρίσει το εν λόγω βιβλίο, δεν είναι ωστόσο και εντελώς αδικαιολόγητος. Η Πιζάντ-Ρενό καταπιάνεται με τη ζωή πέντε συγγραφέων, τριών Γάλλων, ενός Αμερικανού και ενός Βρετανού, δίνοντας τον λόγο στις γυναίκες τους που επέζησαν μετά τον θάνατο εκείνων και οι οποίες εκμυστηρεύονται γραπτώς, εν είδει ημερολογίου, τις αναμνήσεις και τις σκέψεις τους για τα χρόνια που έζησαν με τους αγαπημένους απόντες συζύγους τους αλλά και το δικό τους παρόν, που φέρνει και τις ίδιες όλο και πιο κοντά στον θάνατο. Έτσι στο βιβλίο περιλαμβάνονται πέντε διαφορετικές αφηγήσεις, που θα μπορούσαν να είναι και πέντε ξεχωριστές νουβέλες.

Για τον Ζυλ Μισελέ: «Το σώμα μου ήταν για τον Μισελέ άγιος τόπος. Η μήτρα μου ήταν, όπως έλεγε, στα μάτια του “ναός της χάριτος”. Αυτός ο άνθρωπος, που μιλούσε πρόθυμα για το Θεό στα κείμενά του, αλλά καταδίωκε τον κλήρο με το μίσος του -και κυρίως τους Ιησουίτες-, κατέφευγε σε ένα θρησκευτικό λεξιλόγιο όταν έγραφε για την κοιλιά μου, για το φύλο μου και μέσω εμού για τη Γυναίκα».

Οι διαφορετικές ιστορίες, ωστόσο, συμπλέκονται μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους, καθώς η Πιζάντ-Ρενό αναδεικνύει μικρά σημεία στα οποία οι ζωές των ηρώων της συναντιούνται και τέμνονται. Αλλά κυρίως είναι τα θέματα που απασχολούν τις πέντε αφηγήτριες που χαρίζουν στο μυθιστόρημα την ενότητά του. Τι σημαίνει να είσαι η σύντροφος ενός δημιουργού. Να είσαι η μούσα του και, ταυτόχρονα, να μοιράζεσαι μαζί του την καθημερινότητα. Τι σημαίνει να χάνεις τον σύντροφό σου και να πενθείς. Να βυθίζεσαι κατόπιν στα κατάλοιπά του και να βρίσκεις εκ νέου ό,τι ήξερες, αλλά και να ανακαλύπτεις πτυχές της προσωπικότητάς του και της ζωής του που, ενδεχομένως, ούτε καν υποψιαζόσουν. Τι σημαίνει να γερνάς ο ίδιος, αλλά και να είσαι μόνος ενώ το σώμα σου δεν έχει παραιτηθεί ακόμα από την επιθυμία για ηδονή. Είναι όλα θέματα που απασχολούν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, τις πέντε αφηγήτριες αυτού του μυθιστορήματος, όπως και τη γαλλίδα συγγραφέα, εξάλλου, η οποία κατά την εποχή της συγγραφής του βιβλίου βίωνε και η ίδια την κατάσταση της απώλειας του συντρόφου της, του συγγραφέα Ντανιέλ Τσίμερμαν. Το σώμα και ο ερωτισμός, η αιμομιξία και η παιδική ηλικία, η ζωή στην ύπαιθρο κι η επαφή με τα ζώα είναι επίσης θέματα που διαρκώς επανέρχονται στο βιβλίο, όπως και σε άλλα βιβλία της Πιζάντ-Ρενό.

Για τον Ζυλ Ρενάν: «Κάθισα δίπλα του σ’ ένα παγκάκι. Η μικρή πλατεία είναι έρημη, από κάτω κελάρυζε η Υόν, το ποτάμι. Ο άνθρωπός μου άγαλμα. Η πέτρα τού πηγαίνει όμορφα, καλύτερα από έναν τελείως λείο μπρούντζο. Το πρόσωπο, το αυλακωμένο από τη σμίλη του γλύπτη. Πυκνό και τραχύ, σχεδόν υπερβολικά ακριβές. Σταματώ μια επιθυμία να κλάψω. Ο ήλιος αρχίζει να βασιλεύει και ζαρώνω στη σκιά του αγαπημένου άντρα. Στη διάρκεια της νύχτας, μπλεγμένη στα ξέφτια της αϋπνίας, ακούω τις ριπές του ανέμου που έρχονται από τα δυτικά και επαναλαμβάνω ένα απόσπασμα που βρήκα σ’ ένα τετράδιό του: “Οι αόρατοι λαγοί του ανέμου”. Θα ήθελα πολύ να με πάρουν μαζί τους, προς τα δάση, τα δάση όπου του άρεσε να κυνηγά».

Οι πραγματικοί πρωταγωνιστές ωστόσο του βιβλίου είναι, βέβαια, οι πέντε εκλιπόντες συγγραφείς: ο γνωστός ιστορικός της Γαλλικής Επανάστασης και συγγραφέας Ζυλ Μισελέ, ο Σκοτσέζος συγγραφέας Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, ο ποιητής και πεζογράφος Μαρσέλ Σβομπ, ο σχεδόν άγνωστος στη χώρα μας συγγραφέας Ζυλ Ρενάρ και, τέλος, ο Αμερικανός πεζογράφος Τζακ Λόντον. Και είναι στα δικά τους βιβλία που δεν μπορεί παρά να ανατρέξει ο φιλοπερίεργος και ηδονικός αναγνώστης, καθώς η Πιζάντ-Ρενό κατορθώνει τόσο με την αφήγησή της για τη ζωή των πέντε αγαπημένων απόντων συγγραφέων, όσο και με τις σύντομες φράσεις από τα έργα, τα ημερολόγια και τις επιστολές τους που παρεμβάλλει κάθε τόσο στο μυθιστόρημά της να κεντρίσει το ενδιαφέρον μας γι’ αυτούς.

Για τον Στήβενσον: «Με κάνουν να χαμογελώ οι ευγενικές Καλιφορνέζες κυρίες που μου δηλώνουν βελάζοντας ανυποψίαστες: “Αχ, θα πρέπει να είναι θαυμάσιο να ζεις στο πλευρό του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, πόσο τυχερή που σταθήκατε!”. Ναι, θαυμάσιο να φροντίζεις άγρυπνα έναν χρόνιο εμφυσηματικό. Να τον περιποιείσαι, με αγάπη βέβαια, αλλά προσέχοντας να μην εκδηλώνεις υπερβολική φροντίδα μπροστά σε τρίτους, να τι εξαγριώνει τον μεγάλο συγγραφέα – τον μεγάλο ασθενή! Οι νυχτερινές κρίσεις βήχα, που είναι δοκιμασίες για εκείνον, είναι μακροπρόθεσμα και γα μένα. Ανακάλυψα με έκπληξη στην “Κοιλότητα του κύματος” ότι χαρακτήριζε το βήχα “αδυσώπητη έκσταση”. Αφού πέρασε η πρώτη έκπληξη, το αποδέχτηκα, και μάλιστα έκανα τη σκέψη μήπως ήταν το ισοδύναμο ενός οργασμού. Πάνω στο μαντίλι, όχι σπέρμα αλλά αίμα».

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

agapimenoi-apontes-9789605910624-1000-1237943

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s