Η ασύδοτη τρυφερότητα του Αλέξανδρου Ίσαρη για τον λαό των λυπημένων

maxresdefault

Με δυσκολία εντάσσεται ο Αλέξανδρος Ίσαρης στο ευρύ έστω πλαίσιο της ποιητικής γενιάς του ’70, στην οποία γραμματολογικά τον τοποθετεί ο χρόνος της πρώτης του εμφάνισης στα γράμματά μας. Στην πραγματικότητα δεν διαφοροποιείται τόσο έντονα, ούτε ιδεολογικά ούτε θεματικά ούτε και μορφικά από τους συνομηλίκους του ποιητές, τουλάχιστον σ’ εκείνα τα πρώτα τους βήματα. Χαρακτηριστικό των ποιητικών τρόπων του εκείνης της εποχής αλλά και του αισθήματος αποξένωσης που σταθερά, όπως θα δούμε, εκφράζει η ποίησή του, είναι, νομίζω, το εξής σύντομο ποίημα της πρώτης του συλλογής: «Το στήθος του / Έσπασε / Μόλις μια / Πέτρα / Τον χτύπησε / Ελαφρά. // Κι ώσπου / Να καταλάβει / Καλά καλά / Σκόρπισε / Σαν υδράργυρος / Γεμίζοντας το δωμάτιο / Με οιμωγές».

Απ’ την αρχή όμως έμοιαζε ν’ ανήκει και συγχρόνως να μην ανήκει στον καιρό του, να χωράει και να μη χωράει μεταξύ των ομοίων του. Ίσως να φταίει η αναγεννησιακή πολυπραγμοσύνη του, καθώς έχει, περιστασιακά ή συστηματικά, εργαστεί και εκφραστεί ως ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, ζωγράφος, γραφίστας, φωτογράφος, αρχιτέκτονας, πολεοδόμος, ραδιοφωνικός παραγωγός, σκηνογράφος. Ίσως πάλι να φταίει η κεντροευρωπαϊκή κατεύθυνση των ενδιαφερόντων του, όπως φανερώνεται και από το μεταφραστικό και δοκιμιακό του έργο: σε μια κοινωνία που για χρόνια κυριαρχούσαν οι λογοτεχνικές επιρροές από τη Γαλλία και σε μια εποχή που στράφηκε με ορμή προς τη βορειοαμερικανική λογοτεχνία (κυρίως στους μπητ συγγραφείς), εκείνος διάβαζε, μετέφραζε και δεξιωνόταν το έργο γερμανόφωνων κατά βάση συγγραφέων – του Τόμας Μαν, του Ρόμπερτ Μούζιλ, του Πέτερ Χάντκε, του Τόμας Μπέρνχαρντ, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Ίσως τέλος να φταίει η προσήλωσή του στον Μότσαρτ, στον Μπαχ και τον Μάλερ, όταν η γενιά του ανακάλυπτε με ενθουσιασμό τη ροκ μουσική. Πιθανότατα όλα αυτά μαζί.

Ο τίτλος ωστόσο που διάλεξε ο Αλέξανδρος Ίσαρης για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, «Εγώ ένας ξένος», αφήνει να φανεί ότι αυτή η αίσθηση της μοναξιάς και της απόστασης από τους άλλους, η αίσθηση πως είναι διαφορετικός και ξένος, είναι ένα βαθύ χαρακτηριστικό του και ένα διαρκές βίωμα γι’ αυτόν. Σαν, θα ‘λεγες, να τον πλήγωσαν κάποτε οι άνθρωποι βαθιά, είτε με την αδιαφορία τους είτε με την προδοσία, κι ο ποιητής δηλώνει: «Γλιστρώντας από πόρτα σε πόρτα / Ξόδεψα τον ήλιο και τον ουρανό / Και ποτέ κανένας δεν ρώτησε / Για τ’ όνομά μου». Και αλλού γράφει: «Δεν εμπιστεύομαι τον φίλο που χαμογελά / Κι αιώνια αγάπη μού προσφέρει». Αξίζει όμως να διαβάσουμε ολόκληρο αυτό το ποίημα από τη συλλογή του 2000 «Θα επιστρέψω φωτεινός», γιατί φανερώνει τη θαυμαστή επιδεξιότητα με την οποία ισορροπεί ο ποιητής μεταξύ μελοδραματισμού και ψυχρότητας – μια ικανότητα, αυτή η ισορροπία ανάμεσα συναισθηματικότητας και νηφαλιότητας, που χαρακτηρίζει σταθερά τόσο το ποιητικό όσο και το πεζογραφικό έργο του Αλέξανδρου Ίσαρη, τις ποιητικές συλλογές του δηλαδή και τα δέκα διηγήματα που έχει μέχρι στιγμής δημοσιεύσει. Το ποίημα έχει τον τίτλο «Εμπιστεύομαι»:

Εμπιστεύομαι τη θάλασσα

Αυτή πάντοτε θα με δέχεται

Στην αγκαλιά της.

Εμπιστεύομαι το θάνατο

Ξέρω πώς θα ‘ρθει.

Εμπιστεύομαι τη μουσική, τον ήλιο

Το όνειρο που συντροφεύει.

Εμπιστεύομαι την Μποβαρύ, τον Άμλετ

Τον Ροβινσώνα, την Ιοκάστη

Κοντά μου θα ‘ναι ως το τέλος.

Εμπιστεύομαι τη νήσο Τήνο, τον Μολδάβα

Το Βερολίνο της μνήμης.

Τους πεθαμένους εμπιστεύομαι

Που κολυμπούν σε μαύρο φως γαλάζιο.

Το σώμα της μιας νύχτας.

Εμπιστεύομαι τ’ αγάλματα, τα πνεύματα

Τον σκύλο, την πέστροφα, την πεταλούδα.

Τη βάρκα, την εκκλησιά, τον ουρανό που τα σκεπάζει.

Τη νύχτα, το δροσερό νερό, το άστρο Αφροδίτη.

Το χρόνο, το πένθος, αυτήν που κλαίει.

Τη λήθη, την ανατολή, τη μέρα.

Δεν εμπιστεύομαι τον φίλο που χαμογελά

Κι αιώνια αγάπη μού προσφέρει.

Αυτή η ψυχική απομάκρυνση και επιφυλακτικότητα που συχνά εκφράζει ο ποιητής, όποια κι αν είναι η αιτία της, δεν εξαντλεί την αίσθηση της αλλοτρίωσης που αισθάνεται. Γιατί κάποτε δείχνει να αισθάνεται ξένος κι από τον ίδιο του τον εαυτό και να απορεί ποιος να ‘ναι τάχα μες στις πολυάριθμες μεταμορφώσεις που έχει βιώσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διάθεσης το ποίημα «Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.», στην Αίγυπτο, ας σημειώσουμε, όπου συναντάμε και τον Πρωτέα, τον μυθικό μάστορα της μεταμόρφωσης:

Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.

Με ήλιο στον Αιγόκερω

Και με σελήνη Κρόνου στον Κριό.

Ο πατέρας Μακεδόνας

Κι η μάνα μου από τη μαύρη Θάλασσα.

Έγινα χτίστης κι απόκτησα πολλά παιδιά.

Αργότερα θεόρβη έπαιζα δίπλα στον Λοκ.

Αντιγραφέας έγινα το 1701 στη Μαδρίτη

Και εραστής μιας δούκισσας

Που κάηκε σε πυρκαγιά.

Με σκότωσαν σε όργιο κάπου στο Περού

Μα εγώ εμφανίστηκα ξανά

Στη Σαρλεβίλ των Αρδεννών με τ’ όνομα Ρεμπώ.

Πέθανα τριάντα επτά ετών κι όταν ξαναγεννήθηκα

Ήμουν γυναίκα ζωηρή

Που έγινε διάσημη

Σε ρόλους κωμικούς

Μέχρι που γνώρισα στη Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.

Πόρνη κατέληξα που πήγε από χολέρα

Μα τώρα φτιάχνω πιάνα στη Λειψία.

Άλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλό

Μίλησα τόσες γλώσσες.

Τυφλός εκ γενετής έχω τρία παιδιά

Γυναίκα από τη Σάμο.

Την τέχνη έμαθα στο σπίτι των γονιών μου

Και μες στη μουσική ζω τη ζωή μου.

Λέγομαι Γιούλιους, είμαι εβδομήντα δύο χρονών

Και θέλω να πεθάνω στην Ελλάδα

Ίσαρης 001

Δύο μόνο φαίνεται να είναι οι συνθήκες που το αίσθημα αυτής της διπλής αποξένωσης εγκαταλείπει τον ποιητή: οι στιγμές της (ερωτικής κυρίως) επαφής με τους ανθρώπους, αλλά όχι σπάνια και με τη φύση, και οι στιγμές της συνάντησής του με τα έργα των δημιουργών που αγαπάει.

Γεμάτη είναι η ποίηση του Ίσαρη με κάθε είδους, έκτασης και θερμότητας αναφορές σε συγγραφείς, ζωγράφους, μουσικούς ή ακόμα και σε πρόσωπα της μυθοπλασίας. Στην ποιητική ενότητα «Οι Τριστάνοι», η οποία είχε δώσει και τον γενικό τίτλο στην προηγούμενη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, ο Ίσαρης καταγράφει τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά των προσώπων αυτών, καθώς και τη συγγένεια που τον συνδέει μαζί τους: «Θέλω να γράψω», λέει, «ένα βιβλίο για τους Τριστάνους, το λαό των λυπημένων, που σκορπίστηκε μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο στα τέσσερα σημεία της γης. Η χώρα τους μοιράστηκε στα δυο και κατοικήθηκε από βάρβαρες φυλές, αλλά τους συναντάς σχεδόν παντού. Αναγνωρίζονται από τα βόρεια χαρακτηριστικά τους, την κυματιστή κόμμωση, και κυρίως από μια κίνηση του ώμου που κάνουν όταν δυσφορούν, και την τριστάνικη διάλεκτο που δεν απέβαλαν ποτέ. Πολλοί απ’ αυτούς ασχολήθηκαν με τις τέχνες ή κυριάρχησαν σαν μορφές μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων ή ποιητικών συνθέσεων. Αναφέρω τον Βερθέρο, τον Γκέοργκ Τρακλ, τον Αντονέν Αρτό, τον Γαβριήλ Φορέ, την Σύλβια Πλαθ, τον Σάμιουελ Μπέκετ, τον Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, την Μαργαρίτα Γκοτιέ, τον Άντον Τσέχοφ, τον Γεώργιο Βιζυηνό, την Έμιλυ Μπροντέ, τον Αντρέι Ταρκόφσκι, τον Χάινριχ φον Κλάιστ, τον Πάουλ Τσέλαν και τον πρίγκιπα Μίσκιν».

Στην ποιητική σειρά «Προσωπογραφίες» εννέα ακόμη πρόσωπα προστίθενται σε αυτόν τον μακρύ κατάλογο, ενώ ολόκληρη η τελευταία συλλογή που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο είναι ένα μοιρολόι του Αχιλλέα για τον χαμένο του φίλο, τον Πάτροκλο, γεμάτο με αναφορές και δάνεια από την Ιλιάδα και τα δημοτικά μοιρολόγια: «Έτσι μιλώντας [ο Πάτροκλος] άπλωσε τα χέρια και με απερίγραπτη λαχτάρα πήγε να αγκαλιάσει τον Αχιλλέα, μα δεν μπόρεσε να τον αγγίξει, γιατί εκείνος ήταν ζωντανός, ενώ αυτός αέρας, σύννεφο, αντάρα. Τότε ο Πάτροκλος έβγαλε μία κραυγή, που αντήχησε σ’ όλο τον Κάτω Κόσμο. Μα εκεί έξω στους ζωντανούς, δεν ακούστηκε άχνα. Μόνο το κύμα ακουγόταν, που άγγιζε πότε πότε τα πόδια του Αχιλλέα».

Αυτού του είδους η ανθρώπινη επαφή, η απερίγραπτη λαχτάρα για αγκαλιά, που μπορεί να είναι είτε δριμύς έρωτας είτε βαθιά αγάπη και η οποία αποτελεί την αφετηρία για τον θρήνο του ομηρικού Αχιλλέα, είναι η άλλη διέξοδος του ποιητή από την ανεστιότητα και τη μοναξιά που τον διακατέχει. Όλο και συχνότερα επανέρχονται στους στίχους του Ίσαρη οι εκκλήσεις για μια ζωντανή επαφή, διαφορετική από αυτή με τα καλλιτεχνικά έργα και τους δημιουργούς τους, για «ένα χέρι ζεστό / Μια ελάχιστη δόνηση», για έναν άνθρωπο με σάρκα και οστά:

Να είναι κάποιος εκεί στη γωνία

με μια αναπνοή ανθρώπου να κάθεται

με όλο του το αίμα

χωρίς να μιλά να κάθεται

στη γωνία, να καπνίζει

ή ν’ ακούει ραδιόφωνο

να είναι λουσμένος στο φεγγαρόφωτο

και να αναπνέει

μ’ ένα δάκρυ σαν αίμα

κοντά στο παράθυρο

με όλο του το σώμα

να κλαίει ή να γελάει

και να είναι εκεί, να τρέφεται

να με θρέφει η μυρωδιά του.

[…]

Αφού χωρίς αγάπη για τους ζωντανούς ανθρώπους, μας λέει ο ποιητής, χωρίς ίσως αυτή την «ασύδοτη τρυφερότητα» για την οποία μιλούσε στην πρώτη του ήδη ποιητική συλλογή, η ψυχή πετρώνει, η ζωή σαν να ‘ναι φτιαγμένη από πηλό ραγίζει και κομματιάζεται· κι η τέχνη, η ποίηση το ίδιο: «Με κούρασε αυτή η άνυδρη καρέκλα. / Κι έπειτα δίχως αγάπη τι να πεις; / Ακόμα και οι στίχοι μας μοιάζουν από πηλό».

ΜΕΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Ναι, θα επιστρέψω στο σκοτάδι όπως κι εσύ.

Όμως ως τότε θέλω να γευτώ τα χρώματα

Που βγαίνουν από τ’ άνθη

Όταν το σώμα σφίγγεται για να μη σπάσει.

Θέλω ν’ ανοίξω τα φυλλώματα

και να ριχτώ στη θάλασσα του στήθους σου

Γλείφοντας και ρουφώντας.

Θέλω να γίνω το κουκούτσι σου

Να τυλιχτείς σαν αύρα γύρω απ’ τη ζωή μου

Να λύσεις τα φιλιά τα κλειδωμένα

Και θέλω να με πάρεις στη μεγάλη προκυμαία.

Θέλω να βγω απ’ τον κλοιό σου

Για να ξαναέρθω πέτρινος

στην τρυφερή πληγή σου.

Να κλέψω τα λειψά σου όνειρα

Ν’ ακούσω την ορμή σου

Λίγο πριν σκοτεινιάσει

Πριν κλείσει η πόρτα

Και ψιθυρίσω μες στο χώμα καληνύχτα.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s