Μαρία Λαϊνά, Ποίηση λίγο αφηρημένη και λίγο ακριβώς στο στόμα

Φωτογραφία του Στάθη Μαμαλάκη από τη www.lifo.gr

Φωτογραφία του Στάθη Μαμαλάκη από τη http://www.lifo.gr

Μαρία Λαϊνά, Σε τόπο ξερό, Ποιήματα (1970-2012), εκδ. Πατάκη, 2015

Αν στο ένα άκρο (ή μήπως μες στη μέση;) του ποιητικού έργου της Μαρίας Λαϊνά βρίσκεται σταθερά το γεγονός του θανάτου, το άλλο άκρο καταλαμβάνεται, σταθερά επίσης, από την ύπαρξη (ή την αναζήτηση) ενός κήπου που έρχεται και ξανάρχεται στους στίχους της και εξισορροπεί, ή ακόμα αναιρεί, το αναπόφευκτο σκοτάδι. «Σε τόπο ξερό / απλώνω τον κήπο μου / έως ότου γεμίσει το στόμα μου γέλιο», διαβάζουμε στο ποίημα, από το οποίο αποσπάται ο τίτλος που επέλεξε η ποιήτρια για τη συγκεντρωτική έκδοση των οκτώ από τις εννέα συνολικά δημοσιευμένες ποιητικές της συλλογές – αποσιωπάται, ως πρωτόλειο προφανώς, η «Ενηλικίωση», με ημερομηνία έκδοσης το 1968. Ήδη έτσι, από τον τίτλο, έχουμε τα δύο κεντρικά στοιχεία που συναντιούνται (άλλοτε για να συγκρουστούν και άλλοτε για να συμφιλιωθούν) στην ποίηση της Λαϊνά: απ’ τη μία η κήπος, που συχνά είναι μια άλλη λέξη για την ποίηση ή την ομορφιά, και απ’ την άλλη ο ξερός τόπος, που κάποτε δηλώνει τον θάνατο και κάποτε, ίσως και συχνότερα, τη ζωή που ζούμε.

Τη μαρτυρική αίσθηση του θανάτου συναντάει ο αναγνώστης στην πρώτη κιόλας συλλογή του βιβλίου, που έχει τον δηλωτικό τίτλο «Επέκεινα». Μα ήδη από τότε η νεαρή ποιήτρια μάχεται όπως μπορεί να τον νικήσει: «Τις νύχτες σκάβω μες στο χρόνο / ανοίγω δρόμους, διώχνω τις αράχνες / και με φροντίδα σε σηκώνω απ’ τους νεκρούς». Εις μάτην βέβαια, όπως πολύ σύντομα διαπιστώνει: «Όμως κάθε φορά, κάτι λιγότερο κρατώ στα χέρια». Ο θάνατος, το τέλος, θα επανέρχεται διαρκώς στους στίχους της Λαϊνά κι εκείνη με χίλιους τρόπους θα επιχειρεί να τον αντιμετωπίσει. Κάποτε θα πιστέψει στη δυνατότητα μιας ανάστασης: «Μικρότερα απ’ τη σκιά τους / τα πράγματα / μικρότερα ώσπου τα σκοτώνει // Μετά ξαναγεννιούνται μες στο φως». Κάποτε θα ζητήσει να παρακάμψει τον θάνατο αναζητώντας καταφύγιο στη μοναδική μικρή ζωή που έχουμε: «Καταφεύγω λοιπόν σε μικρές αισθήσεις / ωστόσο μέσα μου υπάρχουν όλα / και βιασμοί και έρωτες και θάνατοι / και φόνοι εξαίσιοι». Συχνά θα θελήσει να φέρει τους νεκρούς στον ίδιο κήπο με τους ζωντανούς: «κήπο και θάλασσα; / για πάντα λες μπορούμε;». Μα η ανάσταση δεν έρχεται, φευ, από τις λέξεις: «Ναι, είπε, ξέρω εγώ / έχεις μανία / νομίζεις ότι κάτι κάνεις με τις λέξεις / δεν κάνεις τίποτα».

Τι μένει ύστερα από αυτή την πικρή παραδοχή της παντοδυναμίας του θανάτου και της αδυναμίας των λέξεων; Παραδόξως η ποίηση, η φαντασία, «μια λέξη πριν από τη σιωπή», παρηγορητική και λυτρωτική. Η ποίηση που, αυτή τουλάχιστον, έχει τη δύναμη να ξεχωρίζει και ν’ απαθανατίζει τις στιγμές, τις κινήσεις, τις αισθήσεις, να εντοπίζει και να διατηρεί ζωντανό ό,τι είναι ζωντανό: «Η Μαρία μέσα στον καθρέφτη / ολόσωμη / στρώνει το φόρεμά της στο λαιμό. / Δεν έχει σημασία τώρα πού ξαπλώνει το κορμί της / αν έγινε σημύδα ή χορτάρι / η Μαρία μέσα στον καθρέφτη / στρώνει το φόρεμά της στο λαιμό». Έτσι λειτουργεί η ποίηση της Μαρίας Λαϊνά: λύνει σε μικρά κομμάτια τον κόσμο, απομονώνει το ελάχιστο και το αφήνει να ξεχυθεί «σε μικρές αυτόνομες εκρήξεις», αφήνοντας πίσω της τον ψίθυρο μιας ομορφιάς. Μια ποίηση που σχηματίζει τον τόπο της, όπως η άμμος, που «μαζεύεται και φτιάχνει σχέδια / φυσάει και φεύγει μπροστά / το σχέδιο διατηρείται / κατά τόπους πυκνώνει / οι περιελίξεις του απορροφούν τον άνεμο / τα σύμφωνα του ανέμου / το θήτα, το φι και το χι».

Το σώμα της ποίησης της Λαϊνά εμφανίζεται από συλλογή σε συλλογή όλο και πιο γυμνό, ενσαρκώνοντας, θα έλεγες, με τα δικά της οπωσδήποτε μέσα, την επιδίωξη του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ να κινηθεί «προς άλλη γυμνότητα». Ο ρυθμικός βηματισμός του στίχου, κεντρικό χαρακτηριστικό αυτής της ποίησης, υπηρετείται από μια οικονομία του λόγου που στηρίζεται στην προφορικότητα, στη συντακτική τόλμη, στην αφαίρεση και την ακρίβεια, στη χρήση της παύσης και της σιωπής, στην εικόνα κυρίως: συχνά τα ποιήματα της Λαϊνά δεν είναι παρά μια ακολουθία από εικόνες, από λεκτικά τοπία, από ψιχία εντυπώσεων, που δεν επιδιώκουν να εμβαθύνουν ψυχολογικά ή να μεταφέρουν ένα νόημα που, έτσι κι αλλιώς, διαρκώς διαφεύγει, αλλά εγγράφονται απευθείας στην ψυχή του αναγνώστη και ξυπνούν συγκινήσεις, όπως η ομορφιά ξέρει να το κάνει: «λατρεύτηκε κανείς εδώ; / υπήρχε κάποιος; / ή πέρασε απλώς ο χρόνος και άφησε την ομορφιά του;». Απάντηση δεν δίδεται. Υπάρχει μόνο το πέρασμα του χρόνου και η ομορφιά της ποίησης.

[Πρώτη δημοσίευση στο Ανοιχτό βιβλίο της Εφημερίδας των συντακτών, 21 Μαρτίου 2015]

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

10065

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s