Φερνάντο Πεσσόα – ε.ε. κάμμινγκς, Με το κορμί ξαπλωμένο στην πραγματικότητα

Χωρίς τίτλο

Fernando Pessoa, Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg & e.e. cummings, Λοιπόν ας φιληθούμε, ερωτικά ποιήματα, μτφ. Χάρης Βλαβιανός – Γιάννης Δούκας, εκδ. Πατάκη

Ο Φερνάντο Πεσσόα και ο ε.ε. κάμμινγκς δεν είναι άγνωστοι στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Βιβλία με ποιήματα τους έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ φράσεις και στίχοι από το έργο τους κυκλοφορούν ευρύτατα από στόμα σε στόμα στους κύκλους των αναγνωστών και από προφίλ σε προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παρόλα αυτά η εικόνα των δύο ποιητών δεν είναι ακόμα, νομίζω, απολύτως ξεκάθαρη. Για τον κάμμινγκς ο λόγος είναι ότι έχουμε δεξιωθεί στη γλώσσα μας την εξαίσια λυρική κυρίως πλευρά του έχοντα παραμελήσει τη σατιρική. Για τον Πορτογάλο η αιτία είναι προφανής: ο Πεσσόα δεν αρκέστηκε να δημιουργήσει ένα προσωπικό συγγραφικό ύφος, μια αναγνωρίσιμη γραφή και μια συνεκτική κοσμοθεωρία και σε αυτά να επιμείνει και να εμβαθύνει σε όλο το μάκρος του έργου του, αλλά θέλησε να στήσει μόνος του μια ολόκληρη λογοτεχνία, να δημιουργήσει δηλαδή έναν ολόκληρο πνευματικό κόσμο. Το μυθικό μπαούλο με τα χιλιάδες χειρόγραφά του έχει αποκαλύψει μέχρι στιγμής κείμενα 126 ετερώνυμων φωνών, πεζά και ποιητικά έργα δηλαδή τα οποία ο Πεσσόα τα έχει αποδώσει σε διαφορετικούς φανταστικούς συγγραφείς.

Οι τέσσερις σημαντικότεροι απ’ αυτούς είναι ο Ρικάρντο Ρέις, ο Άλβαρο ντε Κάμπος, ο Αλμπέρτο Καέιρο και, φυσικά, ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα (πέμπτο θα βάζαμε τον Μπερνάρντο Σοάρες, τον συγγραφέα του «Βιβλίου της ανησυχίας», ο οποίος βέβαια δεν είναι ποιητής). Ο Αλμπέρτο Καέιρο, του οποίου το σύνολο των ποιημάτων κυκλοφόρησε σε μετάφραση της έμπειρης και επαρκέστατης Μαρίας Παπαδήμα από τις εκδόσεις Gutenberg, είναι ο δάσκαλος όλων. Γεννήθηκε –υποτίθεται– το 1889 και πέθανε το 1915. Δεν έλαβε καμία μόρφωση, δεν εργάστηκε ποτέ και έζησε όλη του σχεδόν τη ζωή στην εξοχή ως ένας ιδιότυπος βοσκός. Καθόταν έξω και κοιτούσε τον άνεμο, τον ήλιο, τα δέντρα, αλλά το κοπάδι του δεν ήταν από τα συνηθισμένα: «Είμαι φύλακας των κοπαδιών. / Το κοπάδι είναι οι σκέψεις μου. / Και οι σκέψεις μου είναι όλες τους αισθήσεις».

Κι όμως αυτός ο αθώος φύλακας των κοπαδιών, αυτός ο ερωτευμένος βοσκός (όπως χαρακτηρίζεται στη δεύτερη από τις τρεις ενότητες του βιβλίου) έχει να πολλά να διδάξει σε όποιον τον ακούει. Με πρώτο και μέγιστο μάθημα την τέχνη να υπάρχεις: «Αυτή είναι η μοναδική αποστολή στον Κόσμο, / αυτή – να υπάρχεις καθαρά / και να ξέρεις να το κάνεις χωρίς να το σκέφτεσαι». Να υπάρχεις σημαίνει για τον Καέιρο να εισέρχεσαι στον κόσμο χωρίς πρότερη γνώση κι αυτός είναι ο τρόπος ώστε ο κόσμος να είναι κάθε μέρα καινούριος, γιατί «Αξίζει περισσότερο να βλέπεις ένα πράγμα πάντα για πρώτη φορά παρά να το γνωρίζεις». Αυτός είναι ο τρόπος ώστε ο άνθρωπος να είναι κάθε μέρα καινούριος, ελαφρύτερος, καθαρότερος: «Είναι σαν την αύρα που περνάει και μόλις αγγίζει τα λουλούδια / και ξέρουμε απλώς πως περνάει / γιατί κάτι γίνεται ελαφρύτερο μέσα μας / και δέχεται τα πάντα καθαρότερα».

001

Σε αυτό το σημείο είναι που συναντιούνται ο Πεσσόα με τον ε.ε. κάμμινγκς (όπως ο ίδιος έγραφε πάντα το όνομά του), σε αυτή την ιδιαίτερη ρομαντική αντίληψη για τη ζωή που μοιράζονται οι δύο αυτοί διαφορετικοί ποιητές, σύμφωνα με την οποία το πρωτείο δεν (πρέπει να) ανήκει στη σκέψη και σε όσα αυτή φέρνει μαζί της (τον πολιτισμό, την επιστήμη και την κοινωνία, όπως τα γνωρίζουμε), αλλά στο αίσθημα, στη φύση, στην αθωότητα της ματιάς, στην ποίηση και στην καθαρότητα της ψυχής. Ένα αίτημα που γίνεται φανερό τόσο στα σατιρικά όσο και στα λυρικά ποιήματα του μεγάλου αυτού αμερικανού ποιητή. Η συλλογή ερωτικών ποιημάτων του, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη σε κοινή μετάφραση των ποιητών Χάρη Βλαβιανού και Γιάννη Δούκα, υποδεικνύει την αγάπη, σε κάθε της μορφή, ως τη βασιλική οδό προς αυτή την κατεύθυνση.

Πρόκειται για σαράντα εννέα ποιήματα, με τους χαρακτηριστικούς όσο και ουσιαστικούς πειραματισμούς του κάμμινγκς στην τυπογραφική μορφή, στη γραμματική και στη σύνταξη του λόγου, που αποτυπώνουν το ερωτικό πάθος και την ερωτική συνεύρεση σε κάθε τους μορφή και διατρανώνουν την πίστη του ποιητή στην πρωτοκαθεδρία του έρωτα. Απέναντι στη ματαιότητα της ζωής και τον τρόμο της πραγματικότητας ο ποιητής αντιπαρατάσσει την ερωτική πράξη. Στην ερώτηση «θα είμαστε; θα είσαι; θα είμαι;» ο ποιητής προτείνει «λοιπόν ας φιληθούμε» και από το μελαγχολικό στόμα της αγαπημένης του συλλέγει το λουλούδι που παρηγορεί και συναρπάζει. Και γράφει για τον έρωτα των ερωτευμένων, για τον πληρωμένο έρωτα με μία πόρνη και για τον έρωτα με νεαρές και μεγαλύτερες κυρίες. Περιγράφει την απλή στιγμή της τέλειας ερωτικής πείνας και τη στιγμή της ερωτικής πλήρωσης· «τα τραχιά στητά στήθη και τα φλύαρα βυζιά», τις κοιλιές που αγγίζονται και ονειρεύονται, τα δάχτυλα που πάλλονται πάνω σ’ ενός κοριτσιού το στήθος· την «ψιθυριστή μικροσκοπική άγαρμπη / ευωδιατουκόσμου», αυτήν που κάνει τη ζωή άξια να τη ζήσεις.

[Πρώτη δημοσίευση στο Ανοιχτό βιβλίο της Εφημερίδας των συντακτών, 13 Σεπτεμβρίου 2014]

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

002

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s