Μην ελπίζετε να απαλλαγείτε από τα βιβλία

  • Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που αγαπήσατε;

Θα ήθελα να είναι «Οι περιπέτειες του Τομ Σόγερ», αλλά νομίζω πως αυτό ήρθε λίγο αργότερα. Πιο πριν διάβαζα Ιούλιο Βερν, Έκτορα Μαλό, Αλέξανδρο Δουμά και άλλα παρόμοια. Τα πρώτα όμως βιβλία που αγάπησα ήταν, αν θυμάμαι καλά, δύο μυθιστορήματα του Αινέ Ρονί, της γαλλικής Ακαδημίας, η υπόθεση των οποίων εκτυλίσσεται την προϊστορική εποχή: «Ο πόλεμος της φωτιάς» και «Ο γιος της γης». Είχα περάσει ατελείωτες ώρες διαβάζοντας ξανά και ξανά τις ίδιες σελίδες και άλλες τόσες κατασκευάζοντας, όπως μπορούσα, τα πρωτόγονα όπλα που χρησιμοποιούσε ο Αούν, ο Ζουχρ και οι άλλοι ήρωες του Αινέ Ρονί, για να βγω ύστερα έξω να παίξω με τους φίλους μου. Από τότε, φαίνεται, μού κόλλησε η ιδέα ότι καλά βιβλία είναι αυτά που σε βγάζουν στον δρόμο· στον χωματόδρομο στη δική μου περίπτωση.

69062_10200507960995467_1915600508_n 417968_10200507961075469_1786415534_n

  • Από τους αγαπημένους σας συγγραφείς οι πιο αγαπημένοι είναι…

Ο Όμηρος, ο Θερβάντες, ο Λόρενς Στερν, ο Παπαδιαμάντης, ο Ρέιμοντ Τσάντλερ, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν – οι πρώτοι που σκέφτομαι πάντα. Κι ύστερα, κάθε φορά, η ίδια απορία: είναι δυνατόν να διαβάζω καθημερινά ποίηση και να μη μου έρχεται στο μυαλό αμέσως ένας σύγχρονος ποιητής; Οπότε σπεύδω να προσθέσω τον Ελύτη και τον Μπουκόφσκι, τον e.e. cummings και τον Μάρκο Μέσκο· τον Νίκο Καρούζο.

  • Από τους μεγάλους συγγραφείς υπάρχει κάποιος που δεν καταφέρατε να συμπαθήσετε; Αν θέλετε, εξηγείτε και τους λόγους.

Τις ξέρω καλά κάτι τέτοιες ερωτήσεις. Είναι ερωτήσεις-παγίδα και πάντα πέφτω μέσα: αναφέρω έναν συγγραφέα ή ένα βιβλίο και αμέσως μετά –που πιάνω να ξεφυλλίσω ή να διαβάσω το βιβλίο, για να τσεκάρω την απάντησή μου– αλλάζω γνώμη· κι είναι πια αργά. Θα πω όμως, με κάποια βεβαιότητα, το όνομα του Τ.Σ. Έλιοτ, γιατί έχω κάνει πάρα πολλές προσπάθειες να τον διαβάσω και να τον συμπαθήσω, πιάνοντας άλλοτε τα ποιήματά του κι άλλοτε τα δοκίμια, και σχεδόν πάντα απογοητεύομαι. Δεν μου ταιριάζει, ενδεχομένως, η δραματικότητά της ποίησής του, η ηθελημένη δυσκολία της, η εκφραστικοί του ρυθμοί. Ή μήπως ο συντηρητισμός του;

  • Ποιον λογοτεχνικό χαρακτήρα δεν μπορέσατε ποτέ να ξεπεράσετε;

Τον Τομ Σόγερ ασυζητητί! Μπορώ νομίζω να αφηγηθώ ολόκληρη τη ζωή μου –την παιδική μου ηλικία κυριολεκτικά, τα επόμενα χρόνια μου συμβολικά– πάνω στον καμβά της ζωής αυτού ακριβώς του ήρωα: τις περιπέτειες που έχω ζήσει, αληθινές και φανταστικές, τους έρωτες, τις φιλίες, τις φιλοδοξίες, τις απογοητεύσεις, όλα. «Δεν ξέρετε τίποτα για μένα, εκτός κι αν έχετε διαβάσει ένα βιβλίο που λέγεται Οι περιπέτειες του Τομ Σόγερ, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα. Το βιβλίο εκείνο το έχει γράψει ο κύριος Μαρκ Τουέιν και γενικά όσα έγραφε μέσα ήταν αληθινά. Εντάξει, υπήρχαν και κάποια πράγματα που τα παρατράβηξε, αλλά γενικά όσα έγραφε ήταν αλήθεια. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Στη ζωή μου, δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να μην αραδιάζει τα ψέματα σωρό.» Έτσι ξεκινάει ένα άλλο βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, Οι περιπέτειες του Χακ Φιν. Εγώ θα μπορούσα, μου φαίνεται, να ξεκινώ έτσι όλα μου τα βιβλία.

  • Από όλους τους συγγραφείς του κόσμου εσείς θα θέλατε να συναντήσετε…

Νομίζω τον Παπαδιαμάντη. Τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που όταν κάποτε ο πολύς τότε Καρκαβίτσας επισκέφτηκε τη Σκιάθο, ντρεπόταν να τον πλησιάσει και να του μιλήσει. Που όταν τον κάλεσαν σε ένα γεύμα στο Πανελλήνιον, οι σερβιτόροι τον έβγαλαν έξω περνώντας τον για ζητιάνο κι εκείνος έφυγε αδιαμαρτύρητα. Που όταν ο Παύλος Νιρβάνας αποτόλμησε κάποια μέρα να τον φωτογραφίσει σ’ ένα καφενεδάκι, βιαζόταν να τελειώνουν, γιατί «Nous excitons la curiosité du public», όπως είπε, «ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού», του κοιμισμένου σερβιτόρου δηλαδή, ενός γέρου πελάτη και δύο μικρών λούστρων που παίζανε παραπέρα. Θα μου άρεσε να καθίσω λίγη ώρα μαζί του, σε δυο ψάθινες καρέκλες πάνω από ένα μεταλλικό τραπεζάκι, και να πιούμε το κρασί μας χωρίς να μιλάμε καθόλου.

  • Υπάρχουν βιβλία στα οποία επιστρέφετε ξανά και ξανά;

Όλα τα βιβλία δεν είναι για όλες τις ώρες. Είναι φορές που, για λόγους ανεξάρτητους της ποιότητάς του, δεν θέλουμε να συνεχίσουμε, εκείνη την ώρα, την ανάγνωση του μυθιστορήματος που έχουμε ήδη από τις προάλλες ξεκινήσει. Είναι φορές που δεν έχουμε τη διάθεση, την εγρήγορση, τη δύναμη, τη συγκέντρωση ή την ψυχική ηρεμία που, ενδεχομένως, απαιτεί ο συγγραφέας που σκοπεύαμε να διαβάσουμε· και, άλλοτε, ο τόπος και ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας δεν επιτρέπουν την ανάγνωση ούτε καν του πιο αγαπημένου μας βιβλίου. Όπως όμως, αργά ή γρήγορα, κάθε ζηλωτής της ανάγνωσης ανακαλύπτει, ανάμεσα σ’ όλα τα βιβλία που έχει στην κατοχή του κι έχει διαβάσει υπάρχουν πάντα κάποια που έχουν μια ξεχωριστή θέση στην αναγνωστική του συμπεριφορά. Είναι εκείνα τα βιβλία για τα οποία κάθε στιγμή και κάθε τοποθεσία, κάθε διανοητική κατάσταση και κάθε ψυχική διάθεση είναι οι κατάλληλες. Είναι τα σίγουρα χαρτιά του. Για μένα είναι «Το βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα, τα ποιήματα του Μπουκόφσκι, τα ποιήματα του Κώστα Ουράνη και του Τάσου Λειβαδίτη, ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, κάποια δοκίμια του Διονύση Καψάλη και, σταθερά, η «Ιλιάδα».

From nowhere to the North Pole

  • Ο μεγαλύτερος μύθος που συνδέεται με την βιβλιοφιλία είναι…

Ότι κάνει καλύτερο τον άνθρωπο. Νομίζω αυτός. Εκατοντάδες αποδείξεις περί του εναντίου –με την περίπτωση του Χίτλερ πρώτη-πρώτη αλλά και δεκάδων άλλων σφαγέων ή γνώριμών μας ανάγωγων αναγνωστών– δεν έχουν καταφέρει να τον καταρρίψουν. Ίσως και το ότι όλα τα βιβλία είναι καλά· κι αυτός είναι ένας πολύ ισχυρός μύθος. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα από τα βιβλία που κυκλοφορούν δεν είναι καλά και το καλύτερο που έχει να κάνει κανείς είναι να μην τα διαβάζει, να μην τα αγοράζει για τα παιδιά του, να μην τα δωρίζει. Μόνο που στις περισσότερες περιπτώσεις, για να το καταλάβει αυτό κάποιος, πρέπει να έχει προηγουμένως διαβάσει πολύ.

  • Ποιος είναι για σας ο ιδανικός τόπος για ανάγνωση;

Συνήθως διαβάζω στο κρεβάτι και σπανιότερα σε μιαν αναπαυτική πολυθρόνα που έχω μπροστά στο γραφείο μου (σπανιότερα, γιατί είναι σχεδόν πάντα φορτωμένη με παιχνίδια και σιδερωμένα ρούχα, τσάντες, τετράδια και λογαριασμούς, περιοδικά κι εφημερίδες). Το γραφείο δεν το αναφέρω, γιατί εκεί πρόκειται περισσότερο για δουλειά, ακόμη κι αν γίνεται με ένα σωρό βιβλία ανοιχτά, παρά για ανάγνωση. Η ιδανική όμως συνθήκη ανάγνωσης για μένα είναι η εξής: εξασφαλίζω μεταξύ δύο υποχρεώσεων κάνα δυο ελεύθερες ώρες και μ’ ένα μικρό, κατά προτίμηση, βιβλίο στο χέρι κάθομαι σε μια προσεκτικά επιλεγμένη καφετέρια. Παραγγέλνω καφέ ή μπύρα, ανάλογα με τη διάθεση, την ώρα και την εποχή, και διαβάζω το βιβλίο μου από την αρχή μέχρι το τέλος (οι ομιλίες και η φασαρία σπανίως με ενοχλούν, τη μουσική είναι που δεν αντέχω όταν διαβάζω). Ακόμη καλύτερα είναι όταν δεν έχω μαζί μου κάποιο βιβλίο και διαλέγω ένα, σχεδόν στην τύχη, απ’ το κοντινότερο βιβλιοπωλείο.

  • Η βιβλιοθήκη κάποιου διηγείται και την ιστορία της ζωής του;

Όποιος ξέρει να διαβάσει μια ξένη βιβλιοθήκη μπορεί ν’ ανακαλύψει σχεδόν τα πάντα για τον κάτοχό της: τους έρωτές του και τα λάθη του, τις εμμονές του και τα φιλόδοξα σχέδιά του, τους ενθουσιασμούς του και τις απογοητεύσεις του, τα φετίχ του και τα μυστικά του. Γι’ αυτό, ίσως, κοιτάζουμε με τόση επιμονή τα ράφια με τα βιβλία στα σπίτια όπου φιλοξενούμαστε: για να ικανοποιήσουμε το ειλικρινές μας ενδιαφέρον ή τη νοσηρή μας περιέργεια. Γι’ αυτό, σίγουρα, καθυστερούμε να φτιάξουμε τον καφέ ή το ποτό του επισκέπτη που περιμένει στο καθιστικό μας: για να έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε την ηδονή του να εκτεθούμε στα μάτια του, καθώς θα τον φανταζόμαστε να περιεργάζεται αδιάκριτα τα ράφια της βιβλιοθήκης μας.

  • Τι σκέφτεστε, όταν βλέπετε στην βιβλιοθήκη σας τα βιβλία, που ακόμη δεν προλάβατε να διαβάσετε;

Δεν έχω μία απάντηση σε αυτή την ερώτηση: για άλλα βιβλία στενοχωριέμαι που τόσο καιρό τα έχω αδιάβαστα, μα ξέρω πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσω κι είναι αυτό μια ωραία παρηγοριά (τη «Χλομή φωτιά» του Ναμπόκοφ). Για άλλα χαίρομαι που, τελικά, δεν τα διάβασα και ξόδεψα αλλιώς τον χρόνο μου (το «Συνδεδεμένοι» των N.A. Christakis και J.H. Fowler). Κάποια ξέρω πως, πιθανότατα, δεν θα τα διαβάσω ποτέ κι αυτό είναι το χειρότερο που μπορώ να σκεφτώ για ένα βιβλίο (τα «Στοιχεία ταυτότητας» του Χουάν Γκοϊτισόλο). Όλα, ωστόσο, τα βιβλία που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη μου, διαβασμένα και αδιάβαστα, αγορασμένα και χαρισμένα, ταλαιπωρημένα και ατσαλάκωτα, τα γνωρίζω πολύ καλά. Όλα τα έχω πιάσει στα χέρια μου, τα έχω ξεφυλλίσει, τα έχω μυρίσει, τα έχω τοποθετήσει σε κάποια οριστικά προσωρινή θέση, τα έχω σκεφτεί πριν με πάρει ο ύπνος το βράδυ. Και όλα με έχουν κάνει αυτό που τελικά είμαι.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

10923_198429000280927_1407572146_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s